Αν με βαστούσαν τα πόδια μου… - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Αν με βαστούσαν τα πόδια μου…

Τη βρήκε ακίνητη στον καναπέ. Η τηλεόραση κλειστή. Παραξενεύτηκε. Συνήθως το τηλεκοντρόλ είναι προέκταση του χεριού της κι η τηλεόραση ανοιχτή ακόμη και στον ύπνο της. Αχτένιστη, με μάγουλα ρουφηγμένα, μάτια κομμένα απ’ την αυπνία και βλέμμα φευγάτο, συλλογισμένο. Ξέσπασε μόλις την είδε:

«Ο παππούς σου, ο πατέρας μου δηλαδή, δε γεννήθηκε ούτε αγωνιστής, ούτε επαναστάτης. Κανείς δε γεννιέται, αν θες να ξέρεις! Ένα φοβισμένο ανθρωπάκι του θεού ήτανε. Δεν είχε πάρε δώσε με την πολιτική. Δεν είναι αυτά για τους νοικοκυραίους, έλεγε. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. Ο αδερφός του, ο Βασίλης, ήταν αλλιώς. Εκείνος είχε τελειώσει κι ένα Γυμνάσιο και στο κόμμα οργανωμένος κι από καιρό φευγάτος στα βουνά.

Καλοκαίρι ήταν, σούρουπο, και μεις στρωμένοι στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, καθαρίζαμε καλαμπόκια. Η είδηση έσκασε σαν βόμβα. Πάγωσε το αίμα μας. Μόλις είχε καταφτάσει στο χωριό ο Καπετάν Γιώργης, ο Φαρμάκης, με τα πρωτοπαλίκαρά του. Φαρμάκης δεν ήταν το επίθετό του, αλλά το παρατσούκλι του. Έτσι τον είχανε βγάλει, γιατί, όπου περνούσε, σκορπούσε «φαρμάκι». Μία μισοριξιά, ένα σίχαμα, ένα κάθαρμα που ήθελε να τον φωνάζουν Καπετάνιο. Στην Κατοχή ήταν φίλος των Γερμανών, δεξί τους χέρι. Στα μαύρα χρόνια μετά την Κατοχή πάλι φίλος ήταν, μ’ αυτούς που δεν έπρεπε. Τον θείο Βασίλη έψαχναν. Δεν τον βρήκαν. Πήραν τον παππού σου σηκωτό στο σχολειό. Αυτός θα πλέρωνε για τα κρίματα του αδερφού του, του είπαν. Τρία βήματα το σχολειό απ’ το σπίτι μας.

Όλο το βράδυ τον έδερναν αλύπητα. Σαν τα λυσσασμένα σκυλιά έπεσαν πάνω του να τον κατασπαράξουν. Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ στο χωριό. Είχαν λουφάξει από φόβο πίσω από καλά μανταλωμένες πόρτες, αμίλητοι. Άκρα του τάφου σιωπή. Μέχρι και τα ζωντανά βουβάθηκαν. Έξω, πίσσα σκοτάδι. Ούτε ένα άστρο στον ουρανό. Και το φεγγάρι άφαντο, κρυμμένο. Μόνο τα ουρλιαχτά του παππού σου έσκιζαν τα σκοτάδια και την καρδιά της μανιάς. Αξημέρωτα η μανιά μάζεψε τα κουράγια της και κίνησε για το σχολειό. Φίλησε τα πόδια του Φαρμάκη, αρνήθηκε τον έναν γιο, τον αντάρτη. Έκλαψε, ικέτεψε γονυπετής για τη ζωή του άλλου. Τρία βήματα το σχολειό απ΄ το σπίτι μας, αλλά με κάρο η μανιά τον γύρισε πίσω. Σαν το σφαχτάρι τον παρέδωσαν μες στα αίματα, ασήκωτο απ’ το ξύλο.

Σφάξαμε το αρνί, το γδάραμε και τυλίξαμε με την προβιά το σώμα του πατέρα. Θαυματουργό γιατρικό η προβιά. Ρούφηξε το σκοτωμένο αίμα και το φόβο από το σώμα του. Ο παππούς σου λογάριαζε για ευλογημένη εκείνη τη μέρα. Τον έβγαλε απ’ τον λήθαργο, μας έλεγε. Κάθε φορά που γυρνούσε από τα ξερονήσια, μάς την θύμιζε αυτήν την ιστορία, το «βλογημένο ξύλο», όπως το έλεγε. Σακατεμένος γυρνούσε, με μισό κορμί, αλλά με το κεφάλι ορθό και την ψυχή άθικτη. Γιατί πολλά μπορεί να μην κάτεχε ο παππούς σου, αλλά από κείνη τη μέρα μέχρι να κλείσει τα μάτια του ποτές του δε λάθεψε. Ένιωθε το σωστό και το δίκαιο και πάλευε σαν το αγρίμι, με νύχια και με δόντια, όταν το ποδοπατούσαν. Αλλιώς, δε λογιέσαι για Άνθρωπος, έλεγε.

Μικρό κοριτσάκι ήμουν τότε και τώρα γριά γυναίκα. Μαύρη είναι η ψυχή μου και φαρμακωμένη αυτές τις μέρες κι ο νους μου γυρνάει στα παλιά. Οι δικές μου μέρες σώθηκαν. Οι δικές σας, όχι. Πόσες βουρδουλιές, πόσες ξυλιές ακόμα αντέχει η καμπούρα σας; Του παππού σου, του πήρε ένα βράδυ να ξυπνήσει. Εσείς πότε θα ξυπνήσετε; Μοιράζουν τρόμο και ξύλο σε δρόμους και πλατείες. Κυνηγούν τα παιδιά μας στα Πανεπιστήμια. Πες μου, πώς κοιμάστε ήσυχοι τα βράδια; Γριά γυναίκα είμαι και δε με βαστούν τα πόδια μου. Αν με βαστούσαν, έξω στους δρόμους θα ήμουν, μαζί με τα παιδιά…».

Άφησε τη μάνα της να ξεσπάσει. Τίποτα δεν είπε. Τσιμουδιά δεν έβγαλε. Τι να έλεγε; Αμάσητη κατάπιε τη σιωπή μαζί με τη ντροπή της. Ίσως, γιατί τα πόδια της μάνας της δεν τη βαστούσαν. Τα δικά της, όμως, βαστούσαν ακόμη…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 43

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού κι εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παραμύθι της περιλαμβάνεται στο συλλογικό βιβλίο «Ηλιαχτιδοπαραμυθάκια» που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα. Ποίημά της διακρίθηκε στον 36ο Πανελλήνιο Ποιητικό Αγώνα Δελφών 2021. Είναι υπεύθυνη της έκδοσης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΓΡΑΦΕΙΝ.