ΓΡΑΦΕΙΝ

Θα χορτάσει μπαλίτσα η ψυχούλα μας!

Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Σαματά μεγάλο έκανε. Τον βρήκα σκυμμένο μπροστά στην παπουτσοθήκη. Είχε σφηνώσει το κεφάλι μέσα στο ντουλάπι κι εκσφενδόνιζε με μανία τα παπούτσια στο σαλόνι. Τον κοιτούσα αγουροξυπνημένη.

«Πού τα έχεις τα παπούτσια τα αθλητικά;» με ρώτησε.

Τα μάτια του γυάλιζαν μες στο σκοτάδι. Απόκοσμη γυαλάδα, χαρούμενη. Χαμογελούσε. Δεν τον θυμόμουν χαμογελαστό. Φορούσε το καλό του γκρι κουστούμι και χαλαρός έστεκε στον λαιμό ο κόμπος της μεταξωτής μπλε γραβάτας. Αναμαλλιασμένος και βρώμικος μου φάνηκε. Γεμάτος λάσπες και χώματα. Το λευκό πουκάμισο λερό, διάστικτο από λεκέδες.

«Πολύ βαθιά με θάψατε», παραπονέθηκε. «Όλο το βράδυ έσκαβα με τα χέρια μου. Είδες όμως το κουστουμάκι; Τσίλικο. Τίποτα δεν έπαθε. Ένα ξεσκονισματάκι και σαν γαμπρούλης θα γυρίσω πίσω. Βιάζομαι. Έχεις να μου δώσεις δύο ζευγάρια παπούτσια αθλητικά;»

«Δύο ζευγάρια;»

«Ναι. Παπούτσια ποδοσφαίρου. Για μένα και τον πιτσιρικά».

«Κάτσε, ρε μπαμπά, να ψήσουμε έναν καφέ, να ανοίξει το μάτι μου, να καταλάβω τι μου λες. Ποιον πιτσιρικά;» αναρωτήθηκα τρίβοντας τα μάτια μου.

Ανένδοτος εκείνος: «Τα παπούτσια κι έφυγα. Πρώτη νύχτα σήμερα και δεν θέλω να σκιαχτεί μοναχός του ο μικρός».

«Ποιος μικρός, μωρέ;» συνέχιζα να μην καταλαβαίνω. Χασμουρήθηκα και τεντώθηκα δίπλα του σαν ναζιάρα γάτα που αποζητούσε χάδια.

«Ένα ομορφόπαιδο φέραν δίπλα μου. Δύο μέτρα παλικάρι. Νιάτα. Όχι αστεία. Φτου σου, αγόρι μου! Ίδιος ο εγγονός μου, του είπα. Μου αρέσει το ποδόσφαιρο και είμαι Άρης, απάντησε. Τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου. Επιτέλους, ένας φίλαθλος. Θα χορτάσει η ψυχούλα μας μπαλίτσα. Βαρέθηκα τις κουβέντες τις γεροντίστικες με τους άλλους. Αιωνιότητα χωρίς ποδόσφαιρο, μόνο με πρέφα και τάβλι δεν λέει. Στην ηλικία σου ήμουν το πιο γερό δεξί της ομάδας μου, του είπα, της ομάδας μου… Ποιας ομάδας; Πολλά χρόνια πεθαμένος και λησμόνησα. Μόνο την αγάπη για την μπάλα δεν λησμόνησα», εξήγησε φουριόζος.

Άρπαξε τα παπούτσια απ’ τα χέρια μου κι εξαφανίστηκε χωρίς ένα φιλί, χωρίς μία αγκαλιά. Αργούσε ακόμη να ξημερώσει και βιαζόταν. Δεν ήθελε να σκιαχτεί μοναχός του ο μικρός.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 97

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού κι εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο, έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε συλλογικές ανθολογίες. Είναι υπεύθυνη έκδοσης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΓΡΑΦΕΙΝ.