«Σε έχασα μάνα», η απελπισμένη κραυγή του, ξήλωσε το ανήλιαγο αμπάρι και φανερώθηκε ο ουρανός. Απέραντος, μυρωδάτος, λεύτερος. Τα άπιαστα αστέρια του, τ’ αμέτρητα, φώτισαν για λίγο την ψυχή της...
Η πισίνα
Εκείνα τα καυτά μεσημέρια του Ιουλίου που τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο με τις μουσικές τους εμείς βολοδέρναμε στη γειτονιά. Η μάνα βάρδια και υπερωρίες στο εργοστάσιο και ο πατέρας στα χωράφια. Μας πρόσεχε η γιαγιά...
4 λεπτά
















