ΓΡΑΦΕΙΝ

Τα παπούτσια

Κοίταξε για μια ακόμη φορά προσεκτικά κι επίμονα τα παπούτσια του. Καθαρά και καλογυαλισμένα, ένα βαθύ σοκολατένιο καφέ, με χειροποίητες ραφές στη δερμάτινη σόλα τους. «Η δερμάτινη σόλα, αυτό είναι το σήμα κατατεθέν του ποιοτικού παπουτσιού», του είχε πει κάποτε ένας γερο-τσαγκάρης.

Κοίταξε για μια ακόμη φορά προσεκτικά κι επίμονα τα παπούτσια του. Καθαρά και καλογυαλισμένα, ένα βαθύ σοκολατένιο καφέ, με χειροποίητες ραφές στη δερμάτινη σόλα τους. «Η δερμάτινη σόλα, αυτό είναι το σήμα κατατεθέν του ποιοτικού παπουτσιού», του είχε πει κάποτε ένας γερο-τσαγκάρης. Είχε σκεφτεί ν’ αγοράσει καινούργιο ζευγάρι για την περίσταση, αλλά αυτά ήταν από τα ακριβότερα δώρα που του είχε κάνει ποτέ ο πατέρας του και ήθελε έτσι να τον τιμήσει. Ήταν βέβαια κάπως επίσημα, δεν πολυταίριαζαν με το υπόλοιπο ντύσιμό του, αλλά ευτυχώς η ασφάλεια του αεροδρομίου δεν κοιτούσε ποτέ τέτοιες λεπτομέρειες.

Ο Μοχάμεντ, ο αρχηγός, τους είχε προειδοποιήσει όλους αυστηρά: «Φροντίστε τα παπούτσια σας να είναι καθαρά και περιποιημένα εκείνη τη μέρα, γιατί με αυτά θα μπείτε στον Παράδεισο». Συνέχισε λοιπόν να τα περιεργάζεται. Κοιτούσε ξανά τις χοντρές ραφές, το εύκαμπτο και ελαφρώς ιριδίζον δέρμα, τις καλοδουλεμένες λεπτομέρειες. Ο αρχηγός ήξερε καλά το ιερό Βιβλίο και ποτέ δεν είχε σκεφτεί να τον αμφισβητήσει όταν τους το δίδασκε. Ο ίδιος εξέφραζε πάντοτε καθαρά τις αμφιβολίες, τις απορίες και τις αντιρρήσεις του για το επιχειρησιακό σχέδιο, και ο αρχηγός τον άκουγε.  Τα θρησκευτικά όμως θέματα ήξερε ότι χρειάζονταν μελέτη και εμβάθυνση χρόνων και ότι ο Μοχάμεντ την είχε κάνει ενώ ο ίδιος δεν είχε προλάβει και τώρα δεν θα προλάβαινε πια ποτέ. Οπότε, τη βασική του απορία, πώς θα δικαιολογούσε στον Θεό την πράξη του εάν υπήρχαν θεοσεβούμενοι Μουσουλμάνοι στο αεροπλάνο ή στο κτήριο, την κρατούσε για τον εαυτό του. Θα γίνονταν μάρτυρες, αναμφίβολα, και η πιο ευλογημένη γειτονιά του Παραδείσου θα προοριζόταν γι’ αυτούς, αλλά τι θα συνέβαινε σε κείνους που τους σκότωσαν, για ιερό έστω σκοπό; Ήταν σίγουρος ότι υπήρχε μια πολύ καλή απάντηση -ήταν τόσο προφανές το ερώτημα!- και δεν ήθελε ν’ ανακινήσει περαιτέρω το ζήτημα. Φοβόταν μη χαρακτηρισθεί εντελώς αδαής, ανάξιος για την αποστολή; Ή μήπως πως θα υπήρχε κάποιο ψεγάδι στην απάντηση που θα έπαιρνε, ένα μικρό λογικό κενό στο επιχείρημα, απ’ όπου θα μπορούσαν να τρυπώσουν ένα σωρό αμφιβολίες; Δεν ήταν σίγουρος. Για το θέμα των παπουτσιών πάντως, ούτε λόγος: εμπιστευόταν τον αρχηγό απόλυτα.

Είχε μέχρι στιγμής κατορθώσει να μη διασταυρώσει βλέμματα με κανέναν. Ούτε με τις κομψές και χαμογελαστές αεροσυνοδούς που τον υποδέχτηκαν, ούτε με τους συνεπιβάτες του, ούτε καν εκείνους της πρώτης θέσης που είχε τη συνήθεια να παρατηρεί κάθε φορά που επιβιβαζόταν σε αεροπλάνο, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει στα πρόσωπά τους τα σημάδια της επιτυχίας στη ζωή. Τι σημασία είχαν πλέον γι’ αυτόν; Φρόντισε να επιβιβαστεί απ’ τους πρώτους και, αφ’ ότου κάθισε βιαστικά, κάρφωσε τα μάτια στα παπούτσια του ελπίζοντας να μη χρειαστεί να ξαναντικρύσει κανέναν πριν τη μοιραία στιγμή.

Ήταν ήδη λίγη ώρα στον αέρα όταν άκουσε μια φωνή μικρού κοριτσιού ακριβώς δίπλα του:

– Τι να έχει άραγε μαμά ο κύριος αυτός και φαίνεται τόσο στενοχωρημένος;

– Μίλα σιγά, ποιος κύριος;

– Αυτός που κάθεται δίπλα μου.

– Σσς, δεν κάνει να σχολιάζεις τον ξένο κόσμο, είπε ψιθυριστά και ανήσυχα η ενήλικη φωνή.

Γύρισε το κεφάλι του ξυπνώντας απορημένος από τον εκούσιο λήθαργο των σκέψεών του και αντίκρυσε το μικρό κορίτσι δίπλα του και τη μαμά παραδίπλα, που άρχισε αμήχανα να ζητά συγγνώμη για λογαριασμό της κόρης της.

– Όχι, όχι, δεν πειράζει καθόλου, την καθησύχασε αυτός, τα παιδιά ρωτάνε, έτσι πρέπει.

Η μικρή πήρε περισσότερο θάρρος:

– Κύριε, γιατί είστε τόσο στενοχωρημένος; και βλέποντας το ταραγμένο του τώρα πρόσωπο,  μήπως φοβάστε;

– Όχι, όχι κοριτσάκι μου, σ’ ευχαριστώ, είμαι καλά. Πώς σε λένε;

– Ντέμπορα, και αυτή είναι η μανούλα μου, η Σάρα. Και αυτός δίπλα της είναι ο μπαμπάς μου, ο Μπένι.

Το κοριτσάκι πρέπει νά ’ταν επτά-οκτώ χρονών και του θύμισε πολύ την αγαπημένη του ανιψιά, την κόρη της αδερφής του. Δεν είχε τα σκούρα, φλογερά μάτια της Αραβοπούλας, αλλά έμοιαζαν οι μαύρες μπουκλίτσες τους, τα αφράτα τους χεράκια, οι λίγο γαμψές μυτούλες τους, οι φωνές τους. Αυτό που περισσότερο φοβόταν δεν συνέβαινε: δεν χωρούσε αμφιβολία ότι η οικογένεια δίπλα του ανήκε στο γένος των εχθρών.

– Εμένα με λένε Αμπντούλ, της είπε, και είμαι μόνος μου σ’ αυτό το ταξίδι. Δεν έχω κοντά μου τους γονείς μου και μου λείπουν πολύ.

– Γι’ αυτό είσαστε τόσο στενοχωρημένος;

– Μπορεί. Δεν το είχα σκεφτεί αλλά ίσως έχεις δίκιο.

– Ήσασταν μου φαίνεται λιγότερο στενοχωρημένος πριν λίγο. Μήπως σας στενοχώρησα κι εγώ; Άμα σας κρατήσω λίγο το χέρι θα είστε καλύτερα; Μ’ εμένα έτσι γίνεται όταν τρομάζω και μου πιάνει το χέρι η μαμά μου.

-Είσαι πολύ καλό και έξυπνο κορίτσι, Ντέμπορα!

– Ευχαριστώ κύριε Αμπντούλ, η μαμά μου λέει πως θα γίνω γιατρός.

– Έλα Ντέμπορα, λογού, σταμάτα τώρα να ενοχλείς τον κύριο, είπε η μητέρα της. – Μπορεί να μην έχει άλλη όρεξη για κουβέντα!

– Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου, ίσα-ίσα, μου μαθαίνει αυτά που όφειλα απ’ την αρχή να ξέρω, είπε στη Σάρα, κρύβοντας στα λόγια του μια σημασία που η νεαρή μητέρα δεν μπορούσε να εννοήσει. Κι εμένα αυτό κάνει η μαμά μου όταν τρομάζω, μου κρατά το χέρι. Και νοιώθω κι εγώ τόσο καλύτερα! Μοιάζουμε, είπε στη μικρούλα, που ανακούφιζε τώρα το μεγάλο ιδρωμένο του χέρι στη ζεστή της παλάμη.

Με μια θλίψη αφόρητη κοίταξε τώρα το κορίτσι, τη μητέρα του, τον πατέρα του, ξανά τα παπούτσια του, αποφάσισε να βρει τον αρχηγό που καθόταν λίγες σειρές πιο πίσω και να του ανακοινώσει ότι δεν μπορούσε πια να συμμετάσχει στην αποστολή. Δεν θα πρόδιδε βέβαια, ούτε θα προσπαθούσε να την αποτρέψει. Θα πέθαινε απλώς με τους υπόλοιπους επιβάτες, με τη Ντέμπορα, τη Σάρα, τον Μπένι, μήπως και υπήρχε ακόμα χρόνος να γλυτώσει την αιώνια τιμωρία. Όμως ήταν ήδη ώρα, ο αρχηγός είχε κιόλας σηκωθεί και τον προσπερνούσε κάνοντάς του το προσυνεννοημένο νεύμα να τον ακολουθήσει στο πιλοτήριο.

Τράβηξε το χέρι του όσο πιο απαλά μπορούσε κάτω από την παλάμη του κοριτσιού, σαν να ήταν φτιαγμένη από μια αφάνταστα λεπτή πορσελάνη που θα γινόταν θρύψαλα με το παραμικρό σκούντημα. Σηκώθηκε κοιτάζοντας μια τελευταία φορά τα παπούτσια του. Ήταν τώρα πια σίγουρος ότι το πολύτιμο δώρο του πατέρα του απλώς θα καιγόταν σε λίγο, μαζί με τόσες μαύρες μπουκλίτσες, αφράτα χεράκια και ελαφρώς γαμψές μυτούλες, και ότι ο Παράδεισος θα παρέμενε για κείνον για πάντα κλειστός.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 2

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μανώλης Σαρειδάκης

Ο Μανώλης Σαρειδάκης γεννήθηκε το 1970 στις Βρυξέλλες, σπούδασε και εργάστηκε στο Λονδίνο και τώρα ζει στην Αθήνα. Είναι βιοφυσικός, Ερευνητής στον ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ. Έχει εκδώσει δύο βιβλία για επιστημονικά θέματα και δημοσιεύσει λίγα λογοτεχνικά έργα.

error: www.grafein.gr