Είχα ένα ανιψιό χωρίς στόμα που μπορούσε να ελέγχει τα έντομα. Κυρίως μυρμήγκια, μπορεί και κουνούπια, στο τσακίρ κέφι. Κατσαρίδες ούτε να το σκεφτείς όμως. Στόμα δεν είχε, δεν ξέρω πως τα έλεγχε, αλλά είναι άσχετο. Μια μέρα τα έκανε να ανέβουν πάνω στο χέρι μου. Δεκάδες μυρμήγκια, εκατοντάδες.
«Είναι αστείο ξέρεις», έκανε. «Πολύ πραγματικά αστείο. Ξέρεις ότι κάποια μυρμήγκια έχουν ένα κεφάλι σαν τηγάνι; Το ξέρεις; Ε;»
Δεν το ήξερα είναι η αλήθεια. Δεν με ενδιέφερε κιόλας. Τον συμπονούσα για την κατάσταση του κι ένευσα.
«Κάποια μυρμήγκια το μόνο που κάνουν στη ζωή τους, είναι η πόρτα. Έχουν ένα κεφάλι τόσο δα, με το συμπάθιο, σαν τηγάνι, και απλά βουλώνουν μια τρύπα της φωλιάς και κάνουν την πόρτα. Ζουν, πεθαίνουν, σαν πόρτα. Αυτή είναι η δουλειά τους»
Φαινόταν ενθουσιασμένος. Δεν είναι το τυπικό που περιμένεις να σου πει ένα δωδεκάχρονο, αλλά αυτό είναι το λιγότερο περίεργο με τον ανιψιό μου. Θα πει κανείς πως μιλάει χωρίς στόμα; Έχει κι αυτό την εξήγηση του. Αλλά είναι θλιβερή. Τον λυπάμαι ώρες ώρες. Νέο παιδί και να είναι έτσι.
Ήταν καλοκαίρι κι έκανε ζέστη. Είχα πάει στο σπίτι της ξαδέρφης μου για φαγητό Κυριακή μεσημέρι. Εγώ αμετανόητα εργένης. Θα έλεγα, αν ήταν επιλογή μου. Αλλά δεν είναι. Είμαι μόνος κι έχω πήξει. Πάλι, το θέμα δεν είναι αυτό. Το παιδί της ξαδέρφης μου είναι περίεργο, είναι αυτό που σας είπα. Είναι αυτό που είναι. Τρώει με σωλήνα στο στομάχι, αηδία. Και που μιλάει δηλαδή είναι στ’ αλήθεια θαύμα.
Κανείς δεν το καταλαβαίνει αυτό το παιδί, αλλά δεν του μιλάει και κανείς. Κανείς δεν λέει τίποτα. Όσοι μπορούν και τον κοιτάζουν, απλά τον αφήνουν να είναι έτσι.
«Θες να δεις κάτι ενδιαφέρον;» μου είπε. Είχα μόλις καθίσει στο πλαστικό τραπέζι. Η ξαδέρφη μου έβγαζε τις σαλάτες και τις πατάτες. Ο κουνιάδος έβγαζε το κρέας από τη σχάρα. Εγώ είχα φέρει αναψυκτικά και γλυκό. Εβδομάδες είχα να φάω κανονικό φαΐ πέρα από delivery. Μεγαλείο.
«Όχι τώρα βλακείες Αλέξη, είναι ώρα για φαΐ», του έκανε η ξαδέρφη. Είχε μια γλυκιά κούραση. Ήταν καλό ζευγάρι και δεν τους άξιζαν τέτοια τραβάγια. Αγνόησα το μικρό και καθίσαμε να φάμε. Μου έφερνε ένα άσχημο συναίσθημα αυτό το παιδί. Η κατάσταση του. Κάτι μυστήριο. Όχι ότι είμαι ρατσιστής. Δεν συμπαθώ κανένα βασικά. Αλλά δεν βλεπόταν.
Έριξε ένα βεγγαλικό μέσα σε μια μυρμηγκοφωλιά, όταν ήταν πέντε, κι έβαλε το πρόσωπο από πάνω να δει τι θα έκαναν τα μυρμήγκια. Τα μυρμήγκια την έβγαλαν λάδι, κι αυτός χωρίς κάτω γνάθο. Ήταν ένα τερατούργημα. Από τότε είχε μονομανία με τα έντομα. Τα μάζευε, τα έβαζε σε κολάζ, τα τάιζε, τα έβλεπες να τον ακολουθούν. Αρκούσε μια ματιά του, και μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελε. Περίεργα πράγματα. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Έτσι όπως ήταν, ότι δεχόταν να είναι κοντά του, καλό ήταν.
«Αλέξη, σταμάτα!», τα μυρμήγκια είχαν ανέβει πάνω στο τραπέζι, είχαν μαζευτεί γύρω από το πιάτο του, πουθενά αλλού, σκάλιζαν το κρέας και τις πατάτες.
Ο κουνιάδος ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος αλλά είχε θέμα με το ποτό. Στο τραπέζι είχε ήδη κατεβάσει μισό λίτρο λευκό κρασί. Πριν ακόμα τελειώσουμε, ήταν ήδη μέσα στο σαλόνι και κοιμόταν στον καναπέ. Αυτή ήταν ζωή, σκέφτηκα. Να σου μαγειρεύουν, να σε πηδάνε, μεγαλείο. Αλλά με τέτοιο παιδί, ντάξει, κάπως ερχόταν στα ίσα του.
Έμεινα στο πλαστικό τραπέζι της αυλής με την ξαδέρφη να πούμε τα νέα μας, ήμουν παντού και πουθενά εκείνη την εποχή, το είχα ανάγκη.
«Πως πάει ξαδερφούλη, η δουλειά, όλα καλά; Κανένα καλό κορίτσι παίζει;»
Δεν απείχαμε πολύ. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη μου, αλλά με παιδί, και τι παιδί, και γάμο. Ήταν πλέον οικογενειάρχισσα. Εγώ ήμουν ο γλεντζές της οικογένειας. Τρόπον τινά.
«Τρώω κάθε μέρα μακαρόνια. Και γιατί να τρώω κάθε μέρα μακαρόνια; Ούτε βγαίνω πολύ, μία στο τόσο, κι από ποτό, μόνο καμία μπύρα σπίτι»
Ήταν αλήθεια. Δούλευα δύο δουλειές για να τα βγάζω πέρα. Τα πρωινά σε ένα ταχυδρομείο, τα βράδια delivery σε μια καφετέρια. Ήμουν σαράντα κι ένιωθα τόσο μικρός. Ένιωθα μικροσκοπικός. Αισθανόμουν ανίκανος να βάλω την ζωή μου σε τάξη. Ανίκανος να κάνω το παραμικρό βασικά. Το πιο ενδιαφέρον πράγμα στη ζωή μου εδώ και καιρό ήταν το παραμορφωμένο ανίψι μου. Κατάντια.
«Θείε, θείε, θες να δεις κάτι, ε, θες;», ο μικρός καθόταν τώρα δίπλα μου με το γλυκό στα χέρια, τα μυρμήγκια τύλιγαν τα δάχτυλα του κι ύστερα την πάστα, αηδία, ένα πράγμα από ζάχαρη και μυρμήγκια και δάχτυλα. Έπιασε μια μπουκιά, την έλιωσε με τα δάχτυλα του και την έβαλε στον σωλήνα που είχε στο στομάχι.
Τα έντομα αυτά φαινόταν να τον υπακούουν τελείως. Με μία κίνηση, κατέβηκαν από τα δάχτυλα του και τυλίχτηκαν γύρω από το χέρι του.
«Ναι που λες, αυτά, εεε, βασικά ναι, δεν έχω κάτι άλλο, όπως τα ξέρεις», της έκανα. Δεν είχα και κάτι συνταρακτικό στο κάτω κάτω. «Εσύ;». Την ρώτησα σχεδόν ικετευτικά. Ήθελα στ’ αλήθεια να ακούσω κάτι ενδιαφέρον. Το είχα ανάγκη.
«Νομίζω θα την βρεις την άκρη, θέλει απλά επιμονή κι υπομονή. Δες κι εμάς», το βλέμμα της έπεσε πάνω στο γιο της. Το παιδί μας αγνοούσε τώρα εντελώς, ήταν χαμένο στα έντομα του, όλα αυτά, του ήταν ψιλά γράμματα. Ήμουν τόσο μικρός, σκέφτηκα. Ένιωθα έτοιμος να καταρρεύσω, καιρό τώρα. Σαν να βρισκόταν συνεχώς ένα τεράστιο δάχτυλο πάνω από το κεφάλι μου, που θα μπορούσε, αν ήθελε, να με συνθλίψει ανά πάσα στιγμή. Το πότε, ήταν άγνωστο, κι αυτό με φόβιζε. Ένιωσα αηδία. Άρχισα να ανακατεύομαι. Τα μυρμήγκια τυλίγονταν ακόμα στο χέρι του ανιψιού μου. Μου ήρθε να ξεράσω.
«Δεν ξέρω. Κάποιες φορές νιώθω ότι συρρικνώνομαι συνεχώς μέχρι που γίνομαι αόρατος. Το έχεις νιώσει ποτέ; Κάποιες φορές είναι σαν μην υπάρχω. Έχω βαρεθεί να τρώω μακαρόνια. Και σήμερα δηλαδή, θα είμαι ειλικρινής, ήρθα γιατί έχω βαρεθεί να τρώω μακαρόνια. Κάποιες φορές το ορκίζομαι πως περιφέρομαι χωρίς να ξέρω που πηγαίνω, χωρίς κανένας να μπορεί να με δει. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Δεν το εξηγώ και τόσο καλά έτσι; Αλλά έτσι είναι», έπιασα άλλη μια μπουκιά. Ο μικρός είχε ακόμα τα μυρμήγκια στα χέρια του. Τι διάολο με αυτό το παιδί. Η ξαδέρφη μου του φώναξε να σταματήσει τις αηδίες. Εκείνος κατέβασε το βλέμμα, και τα μυρμήγκια με μιας μαζεύτηκαν στο μπούτι του.
Ένα από τα μυρμήγκια, δεν ξέρω πως, είχε χωρίσει από τα άλλα. Βρισκόταν μπροστά από το πιάτο μου. Πρέπει να βρισκόταν αρκετή ώρα, αλλά τώρα μόλις το είχα παρατηρήσει. Το κοίταξα. Ήταν ένα μαύρο στίγμα στο τεράστιο λευκό τραπεζομάντηλο. Κάτι μέσα μου άναψε. Είχα καιρό να νιώσω έτσι. Άρχισα να το παρατηρώ. Οι κινήσεις του ήταν νευρικές, άναρχες. Την μία που νόμιζες ότι θα καταφέρει να φτάσει το πιάτο, την επόμενη κόντευε να πέσει απ’ το τραπέζι. Τα υπόλοιπα, βρίσκονταν όλα στο μπούτι του ανιψιού μου. Έμεινα να το κοιτάω. Έπειτα, σήκωσα το δάχτυλο μου ακριβώς από πάνω του. Έτρεμα. Αν ήθελα, θα μπορούσα να το συνθλίψω, με μία κίνηση. Άφησα το δάχτυλο έτσι, να αιωρείται. Η ξαδέρφη μου, ούτε που είχε προσέξει το σκηνικό.
«Βλακείες, όλοι νιώθουμε μικροί ξαδερφούλη. Ο καθένας εδώ είναι μόνος του. Με ακούς; Έτσι είναι. Στο τέλος της μέρας, έτσι είναι. Έχεις ένα παιδί που του λείπει το στόμα και παίζει με μυρμήγκια. Ποιος είναι εδώ μαζί σου στο τέλος της μέρας; Κανένας. Στο τέλος της μέρας, είσαι ένας μικρός μικρός τιποτένιος άνθρωπος που κοιτάει την πάρτη του. Έτσι είναι. Τουμπεκί ψιλοκομμένο»
Πέρα μακριά, η μπαλκονόπορτα ήταν μισάνοιχτη κι ο άντρας της ροχάλιζε του καλού καιρού. Ίσως και να ήταν η καλύτερη επιλογή. Ίσως και να ήταν η πιο αναίμακτη. Τίποτα δεν μπορούσε να συμβεί σε μια πόρτα. Η πόρτα, είναι απλά πόρτα. Μία πόρτα είναι χρήσιμη. Πρέπει απλά να είναι. Και στο κάτω κάτω, δεν χρειάζεται καν να είναι κλειστή. Πρέπει απλά να είναι πόρτα. Ο μικρός τώρα είχε κάτσει στο χορτάρι. Έπαιζε με τα δικά του. Η ξαδέρφη είχε βγάλει και κάπνιζε ένα τσιγάρο.
Το μυρμήγκι μπροστά μου, ακόμα περιφερόταν στο τραπέζι. Το είχα ξεχάσει προς στιγμήν. Είχα κατεβάσει το δάχτυλο και θα ορκιζόμουν πως για λίγες στιγμές είχε χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. Τώρα όμως, ήταν πάλι μπροστά μου. Κινούνταν χαμένο δεξιά κι αριστερά. Το ίδιο τρέμουλο, άρχισε να ανεβαίνει ξανά στο στήθος μου. Σήκωσα ξανά το δάχτυλο μου και το άφησα να αιωρηθεί ακριβώς από πάνω του. Το ακολούθησα δεξιά κι αριστερά. Αναρωτήθηκα αν γνώριζε τι εμπρόκειτο να συμβεί. Αφού έμεινα έτσι για κάμποσο, με μία απότομη κίνηση, το πάτησα κάτω. Έτριψα το δάχτυλο καλά καλά πάνω στο τραπεζομάντηλο, δεξιά, κι αριστερά. Ύστερα, σήκωσα το δάχτυλο, και το σκούπισα σε μια χαρτοπετσέτα. Μία μικροσκοπική κηλίδα, είχε μείνει στη θέση του. Σήκωσα το κεφάλι. Δεν ήξερα πόση ώρα ήμουν απορροφημένος. Ο μικρός, ούτε που με είχε πάρει χαμπάρι. Η ξαδέρφη μου, ούτε που την ένοιαζε.
Κάθισα κάτω μαζί του.
«Άντε μικρέ, δείξε μου», του έκανα. Ήμουν έτοιμος. Στράφηκα προς την ξαδέρφη.
«Δεν είναι λίγο μίζερο αυτό; Θέλω να πω, να εεε, το να είσαι μόνος. Το να περιμένεις ότι θα είσαι μόνος. Αν όλοι καταλάβαιναν ότι τρώνε κάθε μέρα μακαρόνια, θα τρώγανε κάθε μέρα μακαρόνια; Με πιάνεις;», της έκανα.
Αμφιβάλλω αν με είχε ακούσει. Είχε ήδη σηκωθεί και μάζευε τα πιάτα. Μέσα ο άντρας της κοιμόταν του καλού καιρού. Άρχισε να συμμαζεύει. Κοιτούσε μία το παραμορφωμένο πλάσμα απέναντι μου, και μία εμένα. Την λυπόμουν. Στα αλήθεια ένιωθα άσχημα. Τόσα χρόνια χωρίς να έχω τίποτα να κάνω, ούτε μια φορά δεν μου είχε ζητήσει την παραμικρή βοήθεια.
Ο μικρός με μια κίνηση τα έκανε να ανέβουν όλα στο χέρι μου. Ασυναίσθητα τρόμαξα και προσπάθησα να τα διώξω από πάνω μου.
Μου έκανε σινιάλο με το χέρι. Φαινόταν τόσο ήρεμος. Ήξερε τι έκανε.
Τα άφησα να με ξετρέξουν. Ανέβηκαν στο χέρι μου. Ανέβηκαν στον ώμο. Άρχισαν να με γαργαλάνε. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα και να ήθελα. Ήταν δεκάδες. Ήταν εκατοντάδες. Έπιαναν κάθε εκατοστό του χεριού. Μείναμε εκεί μέχρι που η ξαδέρφη είχε μαζέψει όλο το τραπέζι. Ο μικρός μου είπε για μυρμήγκια πόρτες. Για μυρμήγκια μπουλντόγκ και στρατιώτες, για βασίλισσες και φαραώ. Καθίσαμε εκεί στο χορτάρι και τα άφησα να κόψουν όσες βόλτες ήθελαν. Ύστερα τους χαιρέτησα κι έφυγα. Στο δρόμο έβγαλα ένα μειδίαμα. Όλα θα άλλαζαν από δω και πέρα. Ήμουν σίγουρος.






