ΓΡΑΦΕΙΝ

Το Colpo grosso κι ο χονδρός Κινέζος

Ήθελε ταραμοσαλάτα να τον περιμένει στο δωμάτιό του και παρότι ολοκλήρωνα το δεύτερο οκτάωρο μέσα στην ίδια ημέρα, θα έπρεπε να επιστρέψω μόνος από το εστιατόριο στο Ψυχικό, που βρισκόμασταν, πίσω στο Καβούρι για να την αγοράσω, να την αφήσω στο ξενοδοχείο και να γυρίσω ξανά στο Ψυχικό.

Στον δρόμο αναρωτιόμουν: «Πώς θα εξηγήσω στο εστιατόριο τι ακριβώς θέλω;» Και όταν άκουσα τον σερβιτόρο να φωνάζει στην κουζίνα «πιάσε μια ταραμοσαλάτα πακέτο», κι έπειτα γύρισε και με ρώτησε «για κινέζους είναι;» πραγματικά δεν το πίστευα. Δεν γνώριζα ότι συνηθίζεται στα πολυτελή παραλιακά εστιατόρια αυτή η τακτική.

Στον δρόμο για το ξενοδοχείο αναρωτιόμουν: «Πώς θα εξηγήσω στους υπαλλήλους τι ακριβώς προσπαθώ να κάνω;»  Και όταν άκουσα τον ρεσεψιονίστ να λέει στους πίσω του, «βάλτε μια ταραμοσαλάτα που σας αφήνω εδώ, στο ψυγείο» και συνεχίζοντας να κοιτά στον υπολογιστή με ρώτησε χαμηλόφωνα, «για τους κινέζους είναι;» Ειλικρινά θα έσκαγα στα γέλια αλλά ντράπηκα γιατί το ξενοδοχείο ήταν πολυτελές και έτσι με τα χείλη μου σφικτά απλά κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Απ’ ό,τι φαίνεται ήταν «όλοι στο κόλπο»!

Επέστρεψα κατάκοπος στο Ψυχικό και βρήκα τον χόνδρο κινέζο να έχει τελειώσει το φαγητό του και μαζί με την πεθερά και την υπόλοιπη οικογένεια να παραγγέλνουν παγωτό.

«Να δω ποιος θα σε σπρώξει να μπεις πάλι στο βαν». «Αχ μεσούλα μου…» σκέφτηκα.

Οπότε αφού είχα χρόνο, άραξα για λίγο έξω, έκανα τσιγάρο να έρθω στα ίσια μου και περίμενα. Είχα το νου μου βέβαια γιατί υπήρχε κι άλλη παρέα κινέζων μέσα κι έπρεπε να βρω τρόπο να τους ξεχωρίσω. Θα ήταν άκομψο να φορτώσω την λάθος οικογένεια και να φύγω!

Η διαδρομή της επόμενης ημέρας ήταν γνωστή. Πρώτα από το ξενοδοχείο, έπειτα στο ακίνητο για μια γρήγορη ματιά, μετά στον συμβολαιογράφο για υπογραφές και στο τέλος στην Louis Vuitton της Βουκουρεστίου. Από εκεί ψώνιζαν σχεδόν σε ποσότητες λαϊκής αγοράς. Δεν γνώριζαν βέβαια πώς προφέρεται το πλήρες όνομα και από στόμα σε στόμα σαν «το χαλασμένο τηλέφωνο» κατέληγαν να μου ζητούν να τους πάω στο Έλφι (L.V. δηλαδή).

«Έλφι έλφι», μου έλεγαν, «γκόου έλφι νάου». Βέβαια ενώ εγώ γελούσα, πρακτικά, ούτε «απ’έξω» δεν μπορούσα να περάσω, πόσο μάλλον να μπω και να σηκώσω το μισό μαγαζί όπως έκαναν εκείνοι. Στην Κίνα το κράτος επιβάλλει βαριά φορολογία στα Ευρωπαϊκά προϊόντα ώστε οι πολίτες να μην τα αγοράζουν και οι κατά πολύ χαμηλότερες τιμές που έβρισκαν εδώ, τους επέτρεπαν μαζικές αγορές.

Την επόμενη φορά που θα τους μετέφερα, θα ήταν στην εκτός κέντρου Αθηνών δημόσια υπηρεσία όπου πιστοποιούνταν τα έγγραφα τους και γινόταν ταυτοποίηση με δακτυλικά αποτυπώματα, ψηφιακή καταχώρηση της φυσικής χειρόγραφης υπογραφής κλπ. Έπειτα ξανά πίσω στον συμβολαιογράφο για οριστικοποίηση του συμβολαίου και «το πανηγύρι» τελείωνε συνήθως με μαζικές αγορές πολυτελών προϊόντων στο εμπορικό κέντρο Attica.

Σε τι ακριβώς αναφέρομαι; Αναρωτιέστε φυσικά.

Αναφέρομαι στην κινεζική επιδρομή αγοράς ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας, στην οποία συμμετείχα, κατά κάποιον τρόπο, αφού αποτελούσα γρανάζι του μηχανισμού της και υπήρξα αυτόπτης μάρτυς όσων λάμβαναν χώρα εκεί.

Οι κινέζοι επενδύοντας σε ακίνητο, το ποσόν των διακοσίων περίπου χιλιάδων ευρώ, λάμβαναν από το Ελληνικό κράτος τα απαραίτητα έγγραφα που τους παραχωρούσαν πρόσβαση στα πολυπόθητα δικαιώματα – προνόμια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν γνωρίζω ποιοι, πότε και γιατί έφτιαξαν αυτούς τους νόμους, αλλά με το πενιχρό, για τους κινέζους, αυτό ποσόν μετέτρεψαν την χώρα μας σε μια πόρτα μαζικής εισροής πολιτών από την Τζονγκ Γκουό προς την Ε.Ε. Με τα επίσημα αυτά έγγραφα κατοχύρωναν προνόμια όπως η είσοδος, η παραμονή αλλά και η επαγγελματική δραστηριοποίηση στην Ε.Ε. , καθώς και όλα τα νομικά δικαιώματα που απορρέουν από τα παραπάνω.

Αγόραζαν διαμερίσματα, κάποιες φορές χωρίς καν να τα δουν ή μόνο από φωτογραφίες και σε άλλες πάλι περιπτώσεις ακόμη κι αν τα επισκέπτονταν για μια μόνο φορά, ή τα άφηναν ακατοίκητα ή τα έκαναν airbnb και απόσβεναν την επένδυση. Ο κύριος στόχος άλλωστε δεν ήταν απαραίτητα η διαμονή στην Ελλάδα. Τουλάχιστον όχι για τους περισσότερους γιατί γνώρισα και οικογένειες που θα έκαναν ιδιοκατοίκηση και αυτό το ξέρω από το ενδιαφέρον που έδειχναν για την απόσταση του ακινήτου για παράδειγμα από το κινεζικό σχολείο κλπ.

Έτσι μέρα με την ημέρα εκατοντάδες διαμερίσματα πέρασαν σε κινεζικά χέρια και μέσω αυτής της οδού η Αθήνα, εκείνη την περίοδο, ξεπουλήθηκε μαζικά.

Τόσο οι πολιτικοί λοιπόν σε αυτήν την χώρα όσο και οι πολίτες έχουμε λίγο – πολύ την κομπίνα στο αίμα μας. Και το λέω αυτό γιατί όταν κάποιες φορές μεταφέραμε μεγαλύτερα γκρουπ Κινέζων και τα ποσά που διακυβεύονταν ήταν αθροιστικά πολύ μεγαλύτερα, συνόδευε τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, που ασχολούταν με τις αγοραπωλησίες των ακινήτων, ένας μοτοσικλετιστής. Η εικόνα του παρέπεμπε σε σωματοφύλακα. Σαν προσωπική ασφάλεια δηλαδή φύλαξη και προστασία. Έτσι η κουστωδία αποκτούσε κύρος, οι επενδυτές αισθάνονταν ασφαλείς, η εταιρεία έδειχνε μεγάλη και ο ιδιοκτήτης σημαντικός. Και το κόλπο έπιανε γιατί περί κόλπου επρόκειτο. Ο ψηλός με το ξυρισμένο κεφάλι και τη μοτοσυκλέτα δεν είχε καμία σχέση με φύλαξη προσώπων ή ασφάλεια. Δεν είχε επίσης καμία σχέση με την συγκεκριμένη εταιρεία και απλά έναντι κάποιου χρηματικού ποσού δεχόταν να τους ακολουθεί με την μηχανή -στα ρεπό του- για να συμπληρώνει στα εξτρά μικροέξοδα του μήνα. Καταπληκτικό!

Κορυφαία επίσης ιδέα το οικόπεδο με την μπουλντόζα. Περνούσαμε «τυχαία» από εκεί όπου δήθεν ξεκινούσαν οι εργασίες ανέγερσης πολυτελών γραφείων της εταιρείας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μπουλντόζα που είχε εντέχνως σηκώσει μια μικρή στοίβα χώμα και που νοικιάστηκε και τοποθετήθηκε εκεί απλά για να περνάμε και να την βλέπουμε. Αυτό.

Είχα εντυπωσιαστεί με την ελληνική ευρηματικότητα που όντως απέδιδε.

Ο κλάδος γνώριζε ανάπτυξη, δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας και δεν έχω παράπονο. Εργάσθηκα κι εγώ εκεί. Και εκτός από τους Έλληνες οδηγούς, εργαζόντουσαν κινέζοι μεροκαματιάρηδες «αγωνιστές της ζωής» που τους βγάζω το καπέλο αλλά και Έλληνες που μιλούσαν καλά κάποιες κινεζικές διαλέκτους. Έτσι βρήκα κι εγώ απασχόληση. Με τους γνωστούς βέβαια ελληνικούς όρους. Δεκαπέντε με δεκαεννέα ώρες την ημέρα, δύο με τρία ρεπό τον μήνα, χωρίς εξτρά «μαύρα» χρήματα, δηλωμένος πάντα 5ημερο 8ωρο. Δεν με ανάγκασε κανείς. Επιλογή μου ήταν. Όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει. Όλοι γνωρίζουν πώς λειτουργεί η αγορά. Στην επιθεώρηση εργασίας που «σφυρίζουν αδιάφορα» και «κοιτούν από την άλλη» Έλληνες εργάζονται όχι ξένοι. Και οι εργοδότες που επιβάλλουν τέτοιους όρους εργασίας Έλληνες είναι κι εκείνοι. Οπότε…

Την τελευταία φορά που είδα τον χονδρό κινέζο, πάντα με την πεθερά και την υπόλοιπη οικογένεια μαζί, τους μετέφερε ευτυχώς συνάδελφος κι εγώ στο αντίθετο ρεύμα μπλοκαρισμένος στην κίνηση ξεκινούσα τη διαδικασία από την αρχή έχοντας δεκατέσσερις ώρες ήδη στο τιμόνι με άλλους κινέζους φρέσκους.

Νι χάο (Χαίρε) Ελλαδίτσα μου και βάλε πλάτη να ανέβει στην λιμουζίνα ο κινέζος.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.7 / 5. Σύνολο ψήφων: 41

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Σταύρος Μάλλιος

Ο Σταύρος είναι ένας καθημερινός άνθρωπος χωρίς εκπαίδευση στην συγγραφή και χωρίς ιδιαίτερες ακαδημαϊκές γνώσεις. Τα σύντομα διηγήματά του είναι συνήθως βιωματικά και αφορούν σε διάφορες περιόδους της ζωής του.

error: www.grafein.gr