ΓΡΑΦΕΙΝ

Συγγραφέας - Όλγα Τσιφοπούλου

Έτσι πρέπει να είναι…

Από το πρωί διέκρινε μια κινητικότητα στο σπίτι. Δεν έδωσε όμως και πολλή σημασία, γιατί πάντα υπήρχε κόσμος που μπαινόβγαινε. Η θεία της ήρθε δυο τρεις φορές και μουρμούριζαν με την μάνα της. Η γιαγιά σκεφτική από το...

Με μια βαλίτσα

Πάρε μια βαλίτσα και πάμε. Πόσα να χωρέσουν σε μια βαλίτσα; Τα όνειρα που κάναμε για το μέλλον για την οικογένειά μας; Τα ρούχα μας και τα πανωφόρια για να ζεστάνουμε το σώμα και την ψυχή μας; Ακόμη και οι αναμνήσεις...

Βροχερές αναμνήσεις

Βρέχει. Πάντα της άρεσε η βροχή. Όταν έβρεχε τον σκεφτόταν. Σκεφτόταν τη ζεστή του αγκαλιά, τα χάδια του, το γελαστό του πρόσωπο, όταν την έβλεπε. Ζούσε μόνο για να τον συναντήσει, για να νιώσει το ζεστό του χάδι και...

Γράμματα στον Αη Βασίλη

Το αποφάσισε. Φέτος θα έστελνε γράμμα στο Αη Βασίλη, γιατί ένιωθε ακόμη παιδί, γιατί ένιωθε να ακροβατεί ανάμεσα στην αλήθεια και στο παραμύθι. Ένα παραμύθι που θέλει κάθε χρόνο τον Αη Βασίλη να κατεβαίνει από τις...

Ο Τζιμ, το πορτατίφ

Να ‘μαι κι εγώ εδώ, να κάθομαι με τις ώρες πάνω σ’ ένα γραφείο. Εγώ είμαι ένα πορτατίφ. Με τοποθέτησαν εδώ απ’ την ώρα που μ’ αγόρασαν. Μ’ επέλεξε ο Νικολάκης από ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Όταν με αγόρασαν...

Η ξεχασμένη ομπρέλα στη βροχή

Τελικά μου αρέσει η βροχή. Έτσι πρέπει να είναι γιατί μόλις βλέπω να βρέχει παίρνω το αδιάβροχο και φεύγω.  Μου αρέσει να την κοιτάω από το παράθυρό μου, νομίζω ότι ο ουρανός κλαίει και ξεπλένει ό,τι βρώμικο υπάρχει...

Το ποδήλατο

Πάντα είχε το ποδήλατο σαν μέσο διαφυγής από την πραγματικότητα. Από τις δύσκολες καταστάσεις που αντιμετώπιζε κατά καιρούς. Το έβλεπε συνήθως σαν ένα μέσο προς την ελευθερία, προς την αποφυγή γρήγορων αποφάσεων. Πάνω...

Ο σταθμός των τρένων

Να την πάλι εδώ στο σταθμό των τρένων. Πάντα την προσέλκυε αυτός ο χώρος. Μάλλον γιατί εδώ γίνονται οι μεγάλοι αποχωρισμοί, εδώ δίνονται οι μεγαλύτερες αγκαλιές και οι μεγάλες υποσχέσεις, που άλλες κρατούν κι άλλες...

Η φυγή

Έφυγε.  Δεν το περίμενα να γυρίσω και να βρω ένα σπίτι άδειο. Ένα σπίτι άδειο που πάντα το γέμιζαν οι φωνές του, τα γέλια του, τα προϋπαντήματα του, οι μυρωδιές των φαγητών του. Ποτέ δεν έλεγε για φευγιό, ποτέ το βλέμμα...