ΓΡΑΦΕΙΝ

Η Ανακωχή

Είχε εδώ και καιρό που έβλεπε το ίδιο όνειρο, ξυπνούσε μέσα στην νύχτα ιδρωμένη και την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή.

Έκανε λίγη ώρα να συνέλθει, και προσπαθούσε να βρει ξανά η καρδιά τον χτύπο της.

Το ίδιο όνειρο, να τρέχει μόνη σε ένα μέρος σκοτεινό σαν μονοπάτι, με δέντρα θεόρατα από τις δύο πλευρές και να την κυνηγάει το ίδιο άτομο.

Αυτό το άτομο που την πλήγωσε ψυχικά που την κατέστρεψε σωματικά και την άδειασε πνευματικά.

Πίστευε ότι οι πληγές της είχαν επουλωθεί και είχε ξεχάσει αυτό το μελανό σημείο της ζωής της αλλά μάλλον έκανε λάθος. Αυτή η περίοδος θα την στοίχειωνε για πολλά ακόμη χρόνια, μια ζωή.

Τα ανέμελα και ωραία χρόνια της έσβησαν όταν ο καλός της πατέρας έφυγε από την ζωή νωρίς . Ο πατέρας της ήταν το αποκούμπι της, ήταν ο φάρος της, σ΄ αυτόν έβρισκε πάντα θαλπωρή και αγάπη.

Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν έφυγε. Η μάνα της ποτέ δεν έδειξε αν την πείραξε ή όχι. Αφού ποτέ δεν έδειχνε τα συναισθήματα της ούτε καν τον πόνο της, μα τι λέω εδώ δεν έδειχνε την αγάπη στο παιδί της, αν υπήρχε βέβαια.

Στο χρόνο πάνω  ξαναπαντρεύτηκε έναν κύριο μεγαλύτερό της. Ποτέ δεν κατάλαβε την ενέργειά της αυτή.

Δεν το έκανε από έρωτα ούτε από αγάπη, απλά ήθελε κάποιον δίπλα της να μην νιώθει μόνη. Διάλεξε όμως αυτόν τον άνθρωπο; Αναρωτιόταν πολλές φορές, δεν κατέληξε όμως ποτέ στον λόγο αυτής της ένεργειάς της.

Ήθελε μάλλον πάντα να υπάρχει κάποιος δίπλα της σαν παρουσία, πες εμμονή, πες ανασφάλεια, ποιος ξέρει ;

Το μαρτύριό της άρχισε από εκείνη την ημέρα που μπήκε αυτός ό άνθρωπος στη ζωή της. Διαρκώς επικριτικός, ειρωνευόταν κάθε της επιλογή, έβαζε λόγια στη μητέρα της και γενικά δημιουργούσε μια αναταραχή στη μέχρι τότε  ήσυχη  ζωή της.

Τελικά δεν τον είχε ικανοποιήσει όλη αυτή η ισοπέδωση που είχε φέρει στην ζωή της, προχώρησε και στο σωματικό άδειασμα κάποια στιγμή. Μια μέρα η μητέρα της έλειπε, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και θέλησε να ασελγήσει πάνω της. Άρχισε να ουρλιάζει, να χτυπιέται, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ξεφύγει, τον παρακαλούσε αλλά μάταια, αυτός γελούσε χαιρέκακα και προσπαθούσε να ικανοποιήσει τις ορέξεις του.

Όταν επιτέλους ξέφυγε και έτρεξε να βρει την μητέρα της, το μόνο που αντίκρυσε ήταν ένα παγερό βλέμμα και μια επιδοκιμασία. Την κατηγόρησε ότι ήθελε να τη βλέπει μόνη και δυστυχισμένη,  γι’ αυτό και έπλεξε όλη αυτή τη σκευωρία.

Μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε πολύ μακριά, προσπάθησε να φτιάξει μια νέα ζωή. Ως ένα σημείο το κατόρθωσε, εκτός από τις στιγμές που οι αναμνήσεις ερχόταν σαν θύελλα και λεηλατούσαν την ψυχή της.

Όμως πριν ένα μήνα τα φαντάσματα που είχε μάθει να διαχειρίζεται πολύ καλά, έκαναν την εμφάνισή τους. Ένα γράμμα που έλεγε ότι η μητέρα της πέθανε την έκανε να ταραχτεί ξανά. Οι εφιάλτες, οι τύψεις, η μη αποδοχή της άρχισαν να κατακλύζουν το νου και την ψυχή της.

Το σκέφτηκε, έπρεπε να γυρίσει πίσω, να ανάψει ένα κερί στη μάνα της και να προσπαθήσει να κάνει ανακωχή, για να ηρεμήσει η ψυχή της μήπως και βρει επιτέλους τη γαλήνη της.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 9

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Όλγα Τσιφοπούλου

Η Όλγα Τσιφοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Εργάσθηκε πολλά χρόνια στον τραπεζικό τομέα. Πάντα έγραφε τις σκέψεις της στο χαρτί. Ό,τι την ενθουσίαζε και ό,τι την προβλημάτιζε. Γράφει διηγήματα και ποιήματα καταγράφοντας με αυτόν τον τρόπο τις σκέψεις της και τα συναισθήματά της.

error: www.grafein.gr