Οι εννιά ώρες πτήσης με δυο βαλίτσες και δυο χειραποσκευές με έφεραν στην Αθήνα, εντελώς κουρασμένη ζαλισμένη και αποπροσανατολισμένη. Αλλά δεν είχα φτάσει ακόμα. Μία επόμενη, μικρή αυτή τη φορά, πτήση για Θεσσαλονίκη. Η μαμά κι εγώ χωρίσαμε τους δρόμους μας. Αφήσαμε την αγχωτική Αμερική, μια χώρα που χάσαμε πατέρα και σύζυγο, για πάντα. Επέλεξα να ζήσω στην Ελλάδα.
Η δεύτερη μικρή πτήση ήταν το τελειωτικό χτύπημα στην κούραση. Αδυνατούσα να χειριστώ τις αποσκευές μου κι ευτυχώς βρέθηκε αυτός ο καλός ο άνθρωπος, που με βοήθησε πολύ. Βγήκαμε έξω, να πάρω εγώ ταξί κι εκείνος είχε μία φίλη, με αυτοκίνητο να τον περιμένει. Ταξί δεν υπήρχε ούτε ένα. Με φορτώθηκαν και μπλεχτήκαμε άνθρωποι και βαλίτσες σε έναν περίεργο, απρόβλεπτο μα συνάμα συναρπαστικό αχταρμά. Ενώ ήμουν εξαντλημένη, ένιωσα μία ανάγκη να παραμείνω ξύπνια.
Και τότε είδα αυτό που βλέπεις σπάνια. Νόμιζα πως ήταν αδερφή του. Για εραστές δεν έμοιαζαν καθόλου, γιατί στο στόμα δεν φιλήθηκαν. Στο δρόμο το κατάλαβα, ήταν αδέρφια αγαπημένα. Μα σαν έφτασα στην πόλη, το ‘νιωσα το λάθος. Δυο συνάδελφοι ήταν που σαν αδέρφια αγαπιόντουσαν και ζούσαν μακριά ο ένας απ’ τον άλλον. Πώς ταίριαξε η Θεσσαλονικιά με κείνο τον χαμουτζή, που ήταν πιο μεγάλος από μένα, μα νέος κι εκείνος, με μία όμορφη αληθινή άσπρη τούφα στα μαλλιά του; Πρώτη φορά είδα άσπρα μαλλιά σε νέο άνθρωπο και μου άρεσαν τόσο πολύ. Μα εκείνο που λάτρεψα ακόμα πιο πολύ, ήταν η σχέση δυο ανθρώπων, αγνή και τρυφερή, σαν αδερφή τον φρόντιζε. Γι αυτό μεγάλη εμπιστοσύνη έδειξα, πρώτη φορά σε ανθρώπους ξένους, απλούς χωρίς στολίδια, που αθόρυβο ήταν το είναι τους.
Με έπεισαν το απόγευμα μαζί να πάμε για να φάμε, ψάρι φρέσκο μεγάλο και κρασί λευκό, δίπλα στη θάλασσα, εκεί στη Μηχανιώνα. Ξυπόλητη περπάτησα στην άμμο, τον Όλυμπο θαυμάζοντας για ώρα, περιφρονώντας προς στιγμήν τη νέα μου παράξενη παρέα.
Τα γενέθλιά μου είχα, μα δεν το ‘πα σε κανέναν τους. Προσφέρθηκα να τους κεράσω, ένα δείπνο αλλιώτικο από τ’ άλλα. Είπαν όχι, χωρίς να ξέρουν, χωρίς να θέλουν να προσβάλλουν. Δεν επέμεινα, το καλωσόρισμα στην πόλη μου, το άφησα να πάει όπως η μοίρα θέλει.
Ήρθε το ψάρι κι εκείνος το καθάρισε χωρίς να κάνει λάθος, τα κόκκαλα στο πιάτο του τα έβαλε και μοίρασε όπως ορίζουν οι κανόνες. Το καλό κομμάτι πρώτα σε εμένανε την ξένη κι υπόλοιποι τα άλλα. Μα σαν σήκωσε το χέρι, άλλο πιάτο καθαρό να φέρουν, του είπα όχι. Από το ίδιο πιάτο θέλω μαζί να φάμε.
Την τσάντα μου την άνοιξα, έξι βραχιόλια φόρεσα, τρία σε κάθε χέρι. Έξι βραχιόλια απλά, σε δρόμο αγορασμένα κι εκείνος τα κοίταξε καλά, θαρρώ πως ξέρει, δείχνει διαβασμένος.
Ένα μικρό κομμάτι ψάρι έφαγα, τη γεύση του την ένιωσα στον ταλαιπωρημένο μου ουρανίσκο. Έχω μυρίσει θάλασσα Ελλάδας, έχω γευτεί λάδι-λεμόνι της πατρίδας, είδα τον Όλυμπο ξανά κι ακούω του απέραντου νερού τον παφλασμό. Μα κάτι λείπει ακόμα, δεν είναι αίσθηση μα είναι αίσθημα. Ζηλεύω την αγάπη που του δείχνουν άλλοι, θέλω πολύ σε εκείνον να του μοιάσω. Θα το κάνω αλλιώς, με ζαβολιά μεγάλη. Τον φίλησα χωρίς να τον αγγίξω, λίγες γλυκές σταγόνες καλοσύνης στο στόμα μου να βάλω. Τα πιρούνια άλλαξα, τη γεύση μας κρυφά να ανταλλάξουμε και το μυαλό μας να μεθύσει. Κι απ’ το ποτήρι του κρασί ήπια πολύ, το μυστικό του για να κλέψω.
Σήμερα γιορτάζω κι ας μην τον ξέρουνε οι άλλοι. Τα καλύτερα γενέθλια ήταν αυτά που πρόγραμμα δεν είχα. Αν ήθελα να ήταν όλα τέλεια, τις στιγμές αυτές θα είχα καταστρέψει.
Σήμερα γιορτάζω και το δώρο μου το πήρα…






