Πάντα είχα μια κρυφή αγάπη για τα πλάσματα των παραμυθιών που μου έμαθε η γιαγιά μου, διαβάζοντας μου παραμύθια τα καλοκαίρια. Το αγαπημένο μου παραμύθι ήταν αυτό με τις νεράιδες. Τις μικροσκοπικές γυναίκες με την αστραφτερή όψη που άφηνε πετώντας στο διάβα της. Η γιαγιά μου έλεγε επίσης ότι οι νεράιδες ήταν συνοδοί των ονείρων. Ακούγοντας αυτή τη θεωρία έμενα ξύπνιος για πολλές νύχτες αδυνατώντας να τις συναντήσω ποτέ μου. Περνώντας τα χρόνια η επιθυμία μου να τις δω έγινε μια γενική ασχολία στην καθημερινότητά μου ψάχνοντας και αναλύοντας τρόπους για να έρθω σε επαφή μαζί τους ακόμα και με τρόπους που ξεπερνούσαν ήδη κατά πολύ τα λογικά πλαίσια. Μετά από πολλές απόπειρες κατάφερα να δω κάτι που μου διέφευγε ως προς τη λύση του προβλήματος. Πώς θα μπορούσα να τις συναντήσω ποτέ, άμα δεν πήγαινα ο ίδιος στο μέρος τους; Οπότε το συμπέρασμα μου ήταν το συνειδητό όνειρο. Μπαίνοντας σε βαθύ ύπνο θα μπορούσα επιτέλους να τις γνωρίσω. Έτσι, όταν ήρθε το βράδυ έπεσα για ύπνο και άρχισα να κρυώνω. Υπέθεσα ότι αυτό οφείλεται στο ότι μπαίνω στον κόσμο του ονείρου. Έπειτα από λίγα λεπτά βρέθηκα σ’ ένα δωμάτιο με μεγάλες κουρτίνες και ένα φως που όμοιό του δεν είχα ξανά αντικρίσει ποτέ μου. Περπατώντας ένιωθα έναν ζεστό αέρα στον σβέρκο μου. Καθώς εξερευνούσα τον χώρο, νιώθω ένα μικρό τσίμπημα στο χέρι μου. Γυρνάω και βλέπω μια νεράιδα να κρατά το χέρι μου και να μου λέει ‘’κράτα το μαντήλι μου, για να σου χαρίσω έναν χορό και τη ζωή μου’’. Δάκρυα έσταξαν από τα μάτια μου κατά τη διαδικασία του χορού δίνοντάς μου ένα συναίσθημα πολύ περίεργο. Άρχισαν τα πόδια μου να ματώνουν και η νεράιδα άλλαξε σ’ ένα τέρας με κέρατα και σαπισμένο δέρμα γελώντας ανελέητα με τον πόνο μου. Στο τέλος ένιωσα ένα κάψιμο που με έκανε να λιώσει το δέρμα μου.
– Κυρία μου, δυστυχώς ο εγγονός σας δεν τα κατάφερε, υπέκυψε η καρδιά του από την πολλαπλή χρήση ηρεμιστικών και υπνωτικών στην προσπάθειά του να συναντηθεί με τις νεράιδες όπως έγραψε σ’ ένα χαρτί για σημείωμα δίπλα στο κρεβάτι του.






