Πάει καιρός που γνώρισα αυτόν τον λευκό σύντροφο και συνοδοιπόρο. Πράγματι συνοδοιπόρος, κάθε πρωί με πιάνει από το χέρι- μπορεί άλλωστε να κάνει κι αλλιώς- και περνάμε μαζί τη μέρα μας. Μου κάνει παρέα όταν διαβάζω σιωπηλός, όταν τρώω κάθεται δίπλα μου, όταν κοιμάμαι κοιμάται μαζί μου. Σε ένα μαξιλάρι ειδικά για αυτόν. Το νερό δεν του αρέσει, τον τυλίγω σε σακούλα για να μη βραχεί. Όταν πασχίζω να ντυθώ, γελάει όταν με βλέπει να ζορίζομαι. Εκείνος με ζορίζει! Όταν δεν λέει να περάσει απ’ το μανίκι ή να βολευτεί όπου τον ακουμπάω. Είναι όμως ο καλύτερος καμβάς, όλοι κάτι ζωγράφισαν ή γράψαν επάνω του. Τα βλέπω και γελάω, ξεχνιέμαι. Όμως όσο καλή κι αν είναι η παρέα του, περιμένω πώς και πώς τη μέρα που θα τον σφάξω και θα τον κάνω δυο κομμάτια. Ενθύμιο για τότε που έσπασα το χέρι μου.






