Είχα μήνες να αντικρίσω τις πρώτες ακτίνες του ήλιου να διαπερνούν το παράθυρο και να προσγειώνονται πάνω στο σκονισμένο, γεμάτο τενεκεδάκια μπύρας τραπεζάκι του σαλονιού. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως το θολωμένο μου μυαλό βάλθηκε να μου παίξει για ακόμα μία φορά παιχνίδια. Σαν νύχια που γδέρνουν μαυροπίνακα διαπερνούσε τα μηνίγγια μου ο ήχος του τηλεφώνου…
Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα και πάλι στην είσοδο του τεράστιου άσπρου κτιρίου που μόνο πόνο μου προξενούσε…
Εκείνο το πρωινό με βρήκε μόνο μου στο σπίτι. Ο γιος μου Βασίλης έλειπε από βραδύς… Το άγχος με κυρίευε γιατί γυρνώντας την σελίδα του ημερολογίου είδα να γράφει «29 Ιουνίου»! Πήγα στην κουζίνα να κάνω έναν καφέ να συνέλθω… Δεν άντεξα τον πειρασμό και πήρα πάλι το μπουκάλι που βρισκόταν δίπλα από τον καφέ. Δεν έφταιγα εγώ… Έμεινε μια σταγόνα μόνο, την ήπια.
Μπήκα στο αυτοκίνητο για να πάω στο ραντεβού μου. «Ραντεβού με τους νεκρούς».
Η ώρα ήταν 7 το πρωί. Επικρατούσε μία ανησυχητική ησυχία που μου προξενούσε ανατριχίλα. Έφτασα στο μαρμάρινο σπίτι του γιού μου Αλέξη και της μοναδικής αγάπης της ζωής μου, Υβόννης. Μόλις είδα τις φωτογραφίες τους δάκρυσα, θυμήθηκα τον πόνο που ένιωσα πριν από τρία χρόνια όταν έχασα τον γιό μου από ένα τροχαίο δυστύχημα που είχε με το μηχανάκι του… Η γυναίκα μου δεν άντεξε για πολύ τον χαμό του.. Είχε στεναχωρηθεί τόσο πολύ, που μετά από έναν χρόνο ακριβώς, την ίδια μέρα, στις 29 Ιουνίου, έφυγε κι αυτή για τη γειτονιά των αγγέλων…
Και τώρα πάλι εδώ…
Φοβισμένος για το τι θα αντικρίσω μπαίνω στο νοσοκομείο. Ζητάω τον νοσοκόμο που μου τηλεφώνησε. Έρχεται. Μου ζητά να τον ακολουθήσω.
Καθώς περνούσαμε τους θαλάμους νοσηλείας διάφορες σκέψεις ταλαιπωρούσαν το μυαλό μου. Ώσπου το ταξίδι τελείωσε. «ΝΕΚΡΟΤΟΜΕΙΟ», έγραφε η ταμπέλα.
Δεν άντεξα, τα γόνατα μου λύγισαν. Μαύρες σκέψεις με πλήγωναν.
Αμέσως με κάλεσε ο γιατρός να κάνω την αναγνώριση.
Ήταν αυτός. Ο Βασίλης μου. Το αγόρι μου.
Η ζωή μου είχε πια τελειώσει. Τα είχα χάσει όλα.
Μόνο ένας φίλος μού έμεινε.
Έβαλα το χέρι του στην τσέπη και πήρα το μπουκαλάκι με το…






