ΓΡΑΦΕΙΝ

Τρομάζοντας τα όνειρα

Τρομάζοντας τα όνειρα

Σκέψου να ξυπνήσεις σήμερα το πρωί-η μέρα θα’ ναι Τρίτη μα ντυμένη Κυριακή.
Θα ανοίξεις το παράθυρό σου και θα βγεις στις μικρές πολιτείες των ονείρων με λουλούδια στα μαλλιά, τρομάζοντας τα όνειρα που θα νομίζουν πως ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθούν.

Και τότε, τι νόημα θα έχουν οι δρόμοι χωρίς πλατείες να ονειρεύεσαι;

Σκέψου να ξυπνήσεις σήμερα-η μέρα θα’ ναι κάποια και γυμνή
κι αφηρημένη θα αρχίσεις να μετράς ένα-ένα τα άστρα που σου’ χω φυλαγμένα κάτω απ’ τα σεντόνια.

Κυνήγα τα και μέτρα τα προσεκτικά γιατί εύκολα το σκάνε με σκάλες που υψώνει η άνοιξη.
Μα μη λυπηθείς αν κάποιο τρυπώσει στις γρίλιες και χαθεί.
Πάει να ξυπνήσει κάποιου το όνειρο.

Για σένα έχω κι άλλα φυλαγμένα ευλαβικά σε ποδιές χρωματιστές και παπούτσια χιλιοφορεμένα
για να μην πρέπει πια να ανοίγεις το παράθυρο κάθε πρωί και να τρομάζουν τα όνειρα.

Ξεγελώντας την πραγματικότητα

Ακροβατώ μεταξύ ενός ωμού ρεαλισμού
που με βουτά όλο και πιο βαθιά στο πηχτό σκοτάδι
κι ενός ονείρου βγαλμένου απ΄ τη μήτρα της τέταρτης διάστασης
που κάθε τόσο στέλνει τις σειρήνες του να μου πληγώνουν τα αυτιά.

Ξυπνώ αλαφιασμένος από ένα βουβό κυνηγητό
μες τον λαβύρινθο μιας αλήθειας που αγνόησα
λίγο προτού με σώσει ο μίτος που ξεπήδησε ζωηρά από τη σύναψη μερικών κυττάρων μου
σκεπάζοντας κάθε λογής Αριάδνη με καινούργιες αποχρώσεις του κίτρινου.

Πατώ προσεκτικά στο πάτωμα που καθαρίζεται και γυαλίζεται κάθε μέρα τόσο σχολαστικά
μα αδυνατώ να συγκρατήσω άλλη μια σύναψη αποπροσανατολισμένων ώσεων.
Έτσι, ενδίδω και λερώνω με σουρεαλισμό
εκεί που δεν αντέχω την καθαρή αντανάκλαση του προσώπου μου.

Κουράστηκα να προσέχω τα βήματά μου μήπως τρομάξει απ΄ τον απόκοσμο ήχο τους η πραγματικότητα.

Ακροβατώ υποδειγματικά στο σχοινί της κυνικότητάς της
μα μόλις αυτό είναι έτοιμο να κοπεί, την προδίδω με μάτια ορθάνοιχτα.
Πηδώ και κρύβομαι πίσω απ’ το φως που έχει, μόλις, βίαια σβήσει και χαμογελώντας της περιπαικτικά, το ανάβω πάλι
παγιδευμένος σε ένα ατέρμονο άναψε-σβήσε.

Η δύναμη του φωτός

Θέλησες να φύγεις.

Κλείδωσες τις πόρτες σου και τα παντζούρια φρόντισες να παραμείνουν ερμητικά κλειστά.
Σε είδα να τα ελέγχεις όλα, ούτε κύτταρο φωτός να μην περνά απ΄ τις γρίλιες τους,
μην μπει και τα φωτίσει όλα, μαζί και πάθη, αδυναμίες, λάθη καλά κρυμμένα όλα τους στα πιο άγνωστα μέρη του σπιτιού.
Γι΄ αυτό και βεβαιώθηκες πριν τη φυγή σου πως είναι όλα αμπαρωμένα και νεκρά, μη σε τραβήξουν πάλι πίσω.
Σε είδα τότε και γέλασα με τη γνώριμη αφέλειά σου.

Μήνες αργότερα, γύρισες και σε περίμεναν όλα εκεί.
Παντζούρια και πόρτες δίχως υπόνοια ζωής πίσω τους, μα όλα τριγύρω είχαν ανθίσει απειλητικά με χρώματα κι αρώματα.
Το φως φώλιασε στις γλάστρες που νόμιζες νεκρές- τους είχες ρίξει μια ματιά όλο περιφρόνηση καθώς χανόσουν –
και αγκαλιάστηκε ο χώρος με μυρωδιές και ζωή και σκίστηκαν όλα τα προστατευτικά που έγραφαν “εύθραυστο”.
Ευάλωτα όλα ξανά, μα σου σφύριζαν χαρμόσυνα στιχάκια.

Μάταια προσπάθησες να δημιουργήσεις σκοτάδια,
αφού το σκοτάδι δεν είναι παρά μόνο η απουσία του φωτός
κι έτσι το φως γυρνά όποτε το θελήσει.

Σε είδα να χαμογελάς.
Έτσι κι εγώ, κάθε μέρα χαμογελώ
που σε βλέπω να ανοίγεις τα παντζούρια σου και να ποτίζεις τα λουλούδια σου.

Θέλησες να μείνεις.

Νοσταλγώντας τα «χτες»

Είναι κάτι διαδρομές
που’ χουνε νόημα μόνο άμα τις περπατήσεις προς τα πίσω.
Επιστροφές γλυκιές σαν θυμαρίσιο μέλι,
όπως αυτές πίσω στο χωριό που μυρίζουν τα σοκάκια ψωμί, καραμέλες και σαπούνι
και σε φωνάζουνε με το μικρό σου,
το κρύσταλλο της θάλασσας απέχει μια συλλαβή
κι η αλμύρα της κρατά για μια ζωή.
Όπου και να στρέψεις το μαύρο των ματιών σου βλέπεις κόκκινο, πράσινο και μπλε.
Μα αυτό που με κάνει να σκιρτώ πιο πολύ σε κάθε πίσω μου,
είναι τα σχοινιά με τα κρεμασμένα τους ρούχα.
Δυο μανταλάκια στο κάθε ρούχο να κρατηθεί γερά για να στεγνώσει-
αίσθηση υγρασίας και σαπουνιού καθώς περνώ τα ασβεστωμένα κατώφλια.
Αυτά τα μανταλάκια που κρατούν τόσο πεισματικά,
μου κρατούν και μένα τα πόδια καρφωμένα στους δρόμους που με γνώρισαν με κοκαλάκια στα μαλλιά.
Κι αυτά τα ρούχα, έτσι όπως κρέμονται ανάποδα κι υγρά,
με ταράζουν που κάποια στιγμή θα στεγνώσουν και θα χρειαστεί να αποχωριστούν τα μανταλάκια τους.
Μα το γνωρίζουμε όλοι μας καλά ότι η επιστροφή δεν μπορεί πια ποτέ να είναι μόνιμη
και οι δεσμοί είναι για να κόβονται και να ράβονται ξανά.
Γι’ αυτό και πότε-πότε,
τα βλέπεις πεσμένα χάμω τα μανταλάκια ή ένα σε κάθε ρούχο αντί για δυο
σαν να μην ξέρουν αν αξίζει να το κρατήσουν κι άλλο στο σχοινί.
Μα άμα τα πίσω ήτανε μόνιμα,
μήτε γλυκιά γεύση μελιού θα είχανε μήτε το σαπούνι θα μύριζε το ίδιο.
Θα τα βουτούσες στο πηγάδι της συνήθειας κι ύστερα θα τα λησμονούσες.
Έτσι κι εγώ, κάθε που κάνω πίσω,
αναζητώ τα σχοινιά με τα μανταλάκια στις αυλές των άσπρων σπιτιών,
για να με βεβαιώσουν πως δεν έλειψα καιρό πολύ.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.2 / 5. Σύνολο ψήφων: 19

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Άννα Μούκα

Η Μούκα Άννα κατάγεται από την Κω και την Ήπειρο και ζει στην Αθήνα και σπουδάζει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Επιστήμης Τροφίμων. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τον χορό και το θέατρο, ενώ έχει παρακολουθήσει και μαθήματα ισπανικής γλώσσας. Έχει υπάρξει εθελόντρια σε τοπικό δίκτυο αλληλεγγύης ενώ στον ελεύθερο χρόνο της γράφει κείμενα κυρίως σε ελεύθερο στίχο, διαβάζει βιβλία με αγαπημένους της, τον Καμύ και τον Κάφκα. Η αγάπη της για το γράψιμο έχει κυρίως να κάνει με σκέψεις που δεν χωράνε άλλο στο μυαλό της και έχουν ανάγκη να πάρουν τη μορφή λέξεων και καθώς διαβάζονται, να γίνονται εικόνες.