ΓΡΑΦΕΙΝ

Βιβλιοπαρουσίαση: «Κάπου στη Μακεδονία» του Φώτη Σιμόπουλου

Η Ελένη Καραγιάννη γράφει για το ιστορικό μυθιστόρημα «Κάπου στη Μακεδονία» του Φώτη Σιμόπουλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πνοή.


«Κάπου στη Μακεδονία», αρηματικός, ευφάνταστος και πρωτότυπος ο τίτλος του ιστορικού μυθιστορήματος του Φώτη Σιμόπουλου κεντρίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον με την αοριστία του, εγείροντας εύλογα το ερώτημα «Πού;»

Αν και η δράση του έργου μεταφέρεται και στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, ο αναγνώστης ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου αναγνωρίζει τη γενέθλια πόλη μας, τη Βέροια, όταν μαζί με τον Νίκο και τον Κώστα Καστρίτη ψαρεύει καραβίδες στην Μπομπόλη, το τρομερό μέρος του ποταμού που βρυχάται κάτω από τα πόδια τους, παραφυλώντας για το αερικό, τη νεράιδα, τη μάγισσα, τη μάντισσα, τη Μοιραού, που κατοικεί στις σκοτεινές σπηλιές του, υποδέχεται μαζί με το ξέφρενο πλήθος που γιορτάζει την απελευθέρωση της πόλης τον Ελληνικό Στρατό στην πλατεία Ωρολογίου, επισκέπτεται τα εμπορικά καταστήματα του Αντώνη Σαρόγλου και του Δημοσθένη Καστρίτη, των δύο μεγάλων ανταγωνιστών της αγοράς και συναγωνιστών στον Μακεδονικό Αγώνα, κοντά στην πλατεία του Αγίου Αντωνίου…

Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι τρεις πολυμελείς οικογένειες που από τα τερτίπια της μοίρας συγκατοικούν σε ένα πελώριο αρχοντικό, σαν αυτό που εικονίζεται στο εντυπωσιακά φιλοτεχνημένο εξώφυλλο του βιβλίου. Οι οικογένειες των ντόπιων, εμπόρων υφασμάτων, του Αντώνη Σαρόγλου και του Δημοσθένη Καστρίτη και του βλάχου Λεωνίδα Ζιάκα. Στο πέρασμα των χρόνων, τα μέλη των τριών οικογενειών ενώνονται με δεσμούς συγγένειας και ανθρωπιάς, μοιράζονται χαρές, πίκρες, αγωνίες, λαχτάρες στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης.

Οι ζωές των ηρώων διατρέχουν περίπου μισό αιώνα, από το 1912 ως το 1964: Από την απελευθέρωση της πόλης από τους Οθωμανούς και τον κατακλυσμό της από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες μέχρι την Κατοχή, την Αντίσταση, τον σπαραχτικό ξεκλήρισμα των Εβραίων, τον εμφύλιο σπαραγμό.

Πόσο σαγηνευτική αλλά ταυτόχρονα δύσκολη είναι η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος! Τι είναι αυτό που καλείται να κάνει ο συγγραφέας; Αρκεί να αντλήσει από την ιστορία το σκηνικό, τα πρόσωπα, τα γεγονότα; Πώς θα μεταχειριστεί γεγονότα και ζητήματα ιστορικά για να φωτίσει τους ήρωες, τη δράση, την πλοκή, την αφήγηση; Ή μήπως οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές με τη δράση τους αποκαλύπτουν υπόγειες δυνάμεις του ιστορικού γίγνεσθαι, κινούν νήματα της ιστορικής διαδικασίας;

Ο Φώτης Σιμόπουλος στήνει τα ιστορικά και αφηγηματικά του κάδρα με τρόπο αριστοτεχνικό. Με συγγραφική ωριμότητα και δεξιοτεχνία μεταπηδά από την τεχνική του μαγικού ρεαλισμού που χαρακτηρίζει τα δύο πρώτα μυθιστορήματά του σ’ ένα απαιτητικό είδος γραφής που συνδυάζει τη μυθοπλασία με την ιστοριογραφία. Ερωτοτροπεί με την ηθογραφία και τη λαογραφία και κατορθώνει να συγκεράσει αρμονικά στο έργο του την ελληνική ιστορία, θρύλους, ήθη, έθιμα, μύθους, παραδόσεις της πόλης με το μυθιστορηματικό και αφηγηματικό του υλικό. Στη γραφή του η ιστορία με τη λογοτεχνία βρίσκονται σε σχέση σύνθεσης- κι όχι αντιπαράθεσης- αναδεικνύοντας την αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση του ιστορικού με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ιστορίες αγάπης, φιλίας, έρωτα, προδοσίας, αντίστασης, εγκαρτέρησης, θάρρους, εκδίκησης, ιστορίες ανθρώπινες μέσα σε μία πόλη που πασχίζει να σταθεί στα πόδια της και να ανασυγκροτηθεί, αποτυπώνονται με μαεστρία από τον συγγραφέα.

Ντόπιοι, βλάχοι, Εβραίοι, πρόσφυγες, μία σφιχτή αγκαλιά συνύπαρξης και συμβίωσης, συγκρούσεων και εντάσεων αλλά και φιλίας, συνεργασίας και συντροφικότητας, ένα πολύβουο σμάρι μελισσών μέσα σε μία πόλη που ανασαίνει από τα γεννήματα της πλούσιας γης της και επιχειρεί δειλά δειλά τα πρώτα της βήματα προς την ευημερία και την πρόοδο, προσπερνώντας τις τρικλοποδιές του πολέμου.

Οι ήρωες είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, γήινοι, με πάθη, αδυναμίες, ελαττώματα  αλλά και ιδεολόγοι, με αξίες και ιδανικά. Αγαπούν την πατρίδα, αγωνίζονται για την ελευθερία, αποστρέφονται την αδικία, την κατοχή, τον πόλεμο, υπερασπίζονται έναν κώδικα αρχών και αξιών μίας άλλης εποχής, που ο αναγνώστης, παρά τις δυσκολίες της, αναπολεί για την αυθεντικότητά της. Συχνά προβάλλονται ως πρόσωπα τραγικά, ως ήρωες αρχαίου δράματος, αθύρματα μίας μοίρας τραγικής που υπαγορεύεται από εξωτερικούς παράγοντες και τυχαίες συγκυρίες. Ακόμη, όμως, και σε αυτήν την περίπτωση ο συγγραφέας δεν τους στερεί την ελευθερία βούλησης, τη δυνατότητα επιλογών που οδηγούν στο σωστό, το δίκαιο, το πρέπον, σύμφωνα με τα συλλογικά ήθη της εποχής, και κατά συνέπεια στην προσωπική «κάθαρση» και «λύτρωση».

Έπιανε τα άκρα του, τα πίεζε για να αντιδράσουν…εις μάτην. Μυστικές υποχθόνιες δυνάμεις απλώνονταν σ’ όλο το σώμα του και τον οδηγούσαν σταδιακά στην παραλυσία………………………… Τι μυστήριο πράγμα να δυσκολεύεται ν’ αρθρώσει λέξεις και να χάνεται σε οράματα… Να ήταν όνειρα, να ήταν εφιάλτες όλ’ αυτά; Είδε τον εαυτό του στον μεγάλο καθρέφτη της σάλας. «Καθάρισε τα ματογυάλια, γυναίκα» είπε, και ξανακοίταξε το θλιβερό του είδωλο. Τότε μόνο αποδέχτηκε την ήττα. Βυθίστηκε σ’ ένα βουβό, πνιγμένο κλάμα παραίτησης. σελ.428.

Πρόκειται για έργο πολυπρόσωπο, με κύριους πρωταγωνιστές τα τρία ζεύγη των οικογενειών, τον Αντώνη και την Κατίνα, τον Δημοσθένη και τη Λισαβούδα, τον Λεωνίδα και τη Λυμπιάδα. Όσο, όμως, προχωρά η αφήγηση, τόσο δυσκολεύεται ο αναγνώστης να διακρίνει τους δευτεραγωνιστές από τους πρωταγωνιστές. Ίσως, επειδή οι ιστορίες των ηρώων τέμνονται εξελικτικά κι όλοι οι χαρακτήρες λαμβάνουν ισότιμο μερίδιο φροντίδας από τη συγγραφική πένα. Η ρεαλιστική γραφή συνεπικουρείται από την κινηματογραφική και παραπέμπει συχνά σε σκηνοθεσία βάθους, καθώς ο συγγραφέας κρατά σταθερά την κάμερα απέναντι από τους ήρωες ξετυλίγοντας πανοραμικά κινηματογραφικά πλάνα που φωτίζουν και τις πιο σκοτεινές πτυχές των προσώπων.

Εξέχουσα θέση στο μυθιστόρημα κατέχουν οι γυναικείοι χαρακτήρες. Ο συγγραφέας αγαπά τη γυναικεία φύση και σε κάθε περίπτωση εξυμνεί το μεγαλείο της. Οι γυναίκες της ιστορίας μας δεν ανταπεξέρχονται απλώς στις αντίξοες συνθήκες της εποχής με σύνεση, δυναμισμό και αξιοπρέπεια, αλλά υψώνονται σε σύμβολο αιώνιο, καθολικό, πανάρχαιο, αυτό της πληθωρικής θηλυκής θεότητας, της Γαίας, της θεάς της γονιμότητας, που στα σπλάχνα της φωλιάζει η ίδια η ζωή. Με παραστατικότητα αλλά και με δέος και σεβασμό για το θαύμα της ζωής περιγράφονται κάθε φορά τα γεννητούρια μέσα στις οικογένειες και η έλευση του απογόνου και της ιερής μητρότητας με τρόπο συγκινητικό.

Η στιβαρή φιγούρα της Λισαβούδας μαγνητίζει τον αναγνώστη με τον ψυχικό της πλούτο να αντισταθμίζει τη φυσική της ασχήμια, αλλά κορυφαία στον χορό των γυναικών αναγνωρίζεται αναμφίβολα η Κατίνα. Καλλονή στο σώμα και την ψυχή, ερωτευμένη από παιδί με τον Δημοσθένη, παντρεμένη όμως με τον Αντώνη, υπακούοντας στην πατρική επιταγή, στέκει δίπλα στην οικογένεια και τον σύζυγό της λαμπάδα αναμμένη, ακλόνητος βράχος πίστης και ηθικής ακόμη και στη διάρκεια της χηρείας της. Μεγαλώνει παιδιά, εγγόνια, αγωνίζεται για την πατρίδα, φτάνει μέχρι την Αθήνα για να νικήσει την αρρώστια την κακιά και παραδίδει τη σκυτάλη της ζωής στη νέα γενιά. Ένα ιδιότυπο σχήμα κύκλου επιφυλάσσει ο συγγραφέας για την αγαπημένη του ηρωίδα, την αξιοθαύμαστη μαχήτρια της ζωής, καθώς με την Κατίνα αρχίζει και τελειώνει η ιστορία, με τη φωτογραφία της Κατίνας φιλοτεχνείται ακόμη και το εξώφυλλο του βιβλίου.

«Πες μας το Καναρίνι γιαγιά!» την προκαλούσαν τα παιδιά.

«Αν τραγουδήσετε κι εσείς»! απαντούσε κι έπιανε το τραγούδι…….Έστρεφε το βλέμμα της προς τον ουρανό, προς το απέραντο γαλάζιο και κάποιες υπερκόσμιες μουσικές έφταναν κυματιστά στ’ αφτιά της κι ένιωθε το θρόισμα των φτερωτών αγγέλων να αγγίζει το πρόσωπό της η Κατίνα, κι ευτυχούσε και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν αυτό που ζούσε ήταν το απόσταγμα της ζωής, ή ένας αλλιώτικος έρωτας που καμάκωνε τον θάνατο. σελ.486-487.

Άλλο αγαπημένο θεματικό μοτίβο του συγγραφέα που πυροδοτεί τη δράση, κινητοποιεί τους ήρωες, νοηματοδοτεί στάσεις και συμπεριφορές, καταξιώνεται ως ζωοδότρα δύναμη, ως αντίβαρο στον θάνατο, την απώλεια, τον πόλεμο, είναι ο έρωτας, ακόμη κι αυτός ο τραγικός, ο ανεκπλήρωτος, ο ανομολόγητος. Ο πόλεμος ματώνει τα παλικάρια στα βουνά, παγώνει από αγωνία όσους καρτερούν, αλλά δεν μπορεί να ανακόψει τον πόθο για  χάδια ερωτικά και ζεστούς γυναικείους κόρφους που επουλώνουν τραύματα και πιάνουν από την αρχή το νήμα της ζωής.

Η συσσωρευμένη εγκράτεια των απαγορευμένων συναντήσεων βρήκε την εκτόνωσή της κατά τα μεσάνυχτα, μέσα σε πνιχτούς αναστεναγμούς, και η άλικη ζωγραφιά του λεκιασμένου σεντονιού, λες κι έκανε μετάσταση στα πυρωμένα πρόσωπά τους. Ο χρόνος είχε χαθεί σ’ ένα διαρκές θαύμα. Κατά το χάραμα αφέθηκαν σ’ έναν ύπνο λυτρωτή που κράτησε μέχρι αργά, για να διακοπεί από τον στριγγό ήχο ενός μυδραλιοβόλου του δρόμου. σελ.304.

Ο λόγος του συγγραφέα πληθωρικός, μακροπερίοδος, χειμαρρώδης, διανθισμένος με τον πλούτο της ντοπιολαλιάς, την ποίηση και το τραγούδι, γλαφυρός, λυρικός συνεπαίρνει με την εκφραστική και εικονοπλαστική του δύναμη. Οι περιγραφές τόσο των προσώπων όσο και της φυσικής ομορφιάς του τόπου με πληθώρα εκφραστικών μέσων, παρομοιώσεων, μεταφορών, συγκινησιακά φορτισμένων λέξεων και εικόνων κυρίως οπτικών, ηχητικών και οσφρητικών στήνουν ατμοσφαιρικά και υποβλητικά σκηνικά.

Οι προσημάνσεις  και οι αναδρομές (flash back) καταργούν τη μονοτονία της γραμμικής αφήγησης και προσδίδουν αισθητική στην αφηγηματική ροή. Χωρίς να απουσιάζουν αφηγηματικές τεχνικές, όπως η αποστροφή στο κοινό και το αφηγηματικό σχόλιο, κυριαρχεί κυρίως ο διάλογος και η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση δεν επιλέγεται «εκ του ασφαλούς», αλλά για να τηρηθούν αντικειμενικές αποστάσεις από τα δρώμενα που επιτρέπουν στον αναγνώστη τις δικές του προσωπικές ερμηνείες και ταυτίσεις.

Οι διάλογοι του έργου αυθεντικοί, παραστατικοί, θεατρικοί, «ζωντανεύουν» τους ήρωες, τους ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, διαφωτίζουν πράξεις και κίνητρα, καταγράφουν εντυπώσεις και συναισθήματα. Ο λόγος των ηρώων προφορικός, πηγαίος, αυθόρμητος, συχνά εξομολογητικός, πείθει τον αναγνώστη για την αλήθεια και την ειλικρίνειά τους.

Ένας αέναος κύκλος χαράς και λύπης, δυστυχίας και ευτυχίας, πόνου και ευφορίας η ζωή υποστήριζαν οι αρχαίοι λυρικοί ποιητές. Η φιλοσοφική αυτή αρχή βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στις σελίδες του βιβλίου. Πτώσεις και ανατάσεις, θανάτους και αναστάσεις επιφυλάσσει η μοίρα και η ιστορία, όχι μόνο στους ήρωες και την πόλη τους, αλλά σε μία ολόκληρη εποχή. Το βλέμμα του συγγραφέα αγκαλιάζει ευγενικά, τρυφερά, στοργικά, νοσταλγικά τους ήρωες και τον τόπο τους ξεσκεπάζοντας από τις στάχτες του χρόνου μία εποχή που σφράγισε τη χώρα μας.

Ένας κύκλος η ζωή, κι εμείς μέσα της στροβιλιζόμαστε, πότε εδώ και πότε εκεί, αθύρματα στις απότομες ανηφοριές και κατηφοριές, στις κλειστές στροφές, στις αναπάντεχες αναταράξεις, στις απρόσμενες θύελλες, στις αβυσσαλέες χαράδρες. Πλέκεται η μοίρα μας στη δίνη της πολιτικής των μικρών και των μεγάλων, που σβήνει με μια μονοκονδυλιά έθνη ολόκληρα και τα ξεριζώνει από τη γη των προγόνων, οδηγώντας τα στο άγνωστο. σελ.81.

Έκλεισα το βιβλίο μ’ ένα χαμόγελο. Σα να μπήκα στη μηχανή του χρόνου και ταξίδεψα νοερά στην πόλη μου. Γνώρισα το παρελθόν της απολαμβάνοντας όμορφες λογοτεχνικές διαδρομές. Την επόμενη φορά που θα περπατήσω στα σοκάκια των παραδοσιακών οικισμών θα αναζητήσω το αρχοντικό των οικογενειών, θα ακούσω το χλιμίντρισμα της Ασημίνας, θα μυρίσω τις βλάχικες πίτες, θα πιάσω με την άκρη του ματιού μου τη σκιά της Μοιραούς να με ακολουθεί…

Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου ο αναγνώστης αισθάνεται ευγνωμοσύνη, καθώς ο συγγραφέας στην προσπάθειά του να φωτίσει το πανόραμα μιας εποχής κατορθώνει τελικά να υμνήσει τη ζωή στο σύνολό της. Γιατί το «Κάπου στη Μακεδονία» του Φώτη Σιμόπουλου είναι μεταξύ άλλων ένα βιβλίο αισιόδοξο που συγκινεί με τις αλήθειες του, ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί πολύ.

  • Το μυθιστόρημα “Κάπου στη Μακεδονία” από τις Εκδόσεις Πνοή είναι διαθέσιμο σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Ο Φώτης Σιμόπουλος γεννήθηκε στη Βέροια, όπου εργάστηκε ως εκπαιδευτικός.

Έργα του συγγραφέα:

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 27

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού κι εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παραμύθι της περιλαμβάνεται στο συλλογικό βιβλίο «Ηλιαχτιδοπαραμυθάκια» που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα. Ποίημά της διακρίθηκε στον 36ο Πανελλήνιο Ποιητικό Αγώνα Δελφών 2021. Είναι υπεύθυνη της έκδοσης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΓΡΑΦΕΙΝ.