25 Μάρτη - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

25 Μάρτη

Είπαν όλοι πως πέθανες, χάθηκαν τα παιδιά σου
κανείς δεν άντεξε ποτέ, τόσο μεγάλο πένθος,
μα Εσύ, από τις στάχτες σου, ξαναγεννιέσαι πάλι…
Ακέουσα στο σκοτεινό σπηλάδι,
μαγνάδι αργοΰφαινες άβροτη, δυσπενθούσα,
αιώνες τώρα τέσσερις˙ τη μαύροχελιδόνα
στης ακρωρίας καρτερείς, ζώπυρο σταυροδρόμι
τα μυστικά που κέντησες με την καυτή σου ανάσα
αντίδωρο πανίερο, της λευτεριάς να στείλεις.
Και οι πηγές σου κρύσταλλο, πάγος αιώνες τώρα
κρατούν λαφίνα στο γκρεμό, σφιχτά φυλακισμένη
οι μυγδαλιές αστόλιστες, οι μορφονιές στα μαύρα
μόνο ο κούκος τόλεγε, πικρόχολο τραγούδι:

Ακόμα τούτην Άνοιξη, Ραγιάδες…Ραγιάδες…

Οι αλυσίδες θα κρατούν, το φως φυλακισμένο
ώσπου να φέρει μήνυμα, η μαύροχελιδόνα
το λάβαρο να στεριωθεί , ψηλά στην Άγια Λαύρα
να το βιγλίσουν οι Αετοί, ν’ ανοίξουν τα φτερά τους
οι μυγδαλιές ανθόλουστες , τ’ αγρίμια απ’ τις σπηλιές τους
να ξεχυθούν στα διάσελα, τη λευτεριά να κράξουν…

25 του Μαρτιού, η πιο λαμπρή ημέρα
του γένους η Ανάσταση, του κόσμου η ελπίδα.

Πατρίδα Ελλάδα η σκλαβιά, εσένα δεν σου πρέπει…
Σήμερα ο Τάρταρος ριγά, σχίζονται τα επουράνια
τα Θεϊκά τα τέκνα σου, τ’ αθάνατα παιδιά σου
που νίκησαν το θάνατο, αναστηθήκαν πάλι.

Ο Ηρακλής με λεοντή πλάι στο Θοδωράκη
βροντοφωνάζει: ΈΛΛΗΝΕΣ!!! Και τρέμουν τα ποδάρια.
Αίαντας Τελαμώνιος, αρπάζει τον Ανδρούτσο
πιάνουν το χάνι της Γραβιάς, αδιάβατος ο δρόμος
δακρύζουν οι βουνοκορφές, λυγίζουνε τα δένδρα
κλείνουν τη στράτα του Μοριά, με το δασύ τους στέρνο…
Ο Λεωνίδας μάχεται, μαζί με τους τριακόσιους
στης Αλαμάνας γέφυρα, τρία σπαθιά αλλάζει
κι ο Διάκος του χαμογελά και του εχθρού φωνάζει:
«Πάρτε κι εσείς και η πίστη σας, Μουρτάτες να χαθείτε»

Άπ’ το συμπόσιο το ιερό, δεν έλειψε ο Πηλείδης
στα Δερβενάκια καρτερεί, του Δράμαλη «Περσιάνους»
στενάζει η γη κι ο Χάροντας, τις αλυσίδες σέρνει
χαράζει πέρα η αυγή, το γένος ανασαίνει…

Ήταν χιλιάδες οι ψυχές, στο κάλεσμα ετούτο
κι όλοι γελούσαν και γιορτή, στο Ζάλογγο εστήσαν…
Ανάσταση ο θάνατος, την λευτεριά σαν φέρνει,
Θάνατος είναι η αποδοχή, σκλαβιάς πικρό σκοτάδι.

Χαίρε! Ημέρα λάμπουσα, μαρμαρυγή της δόξας …

Θύελλες θάρθουνε ξανά και σκοτεινά φεγγάρια
μα Εσύ θα φέγγεις πάντοτε, λάβαρο θ’ ανεμίζεις
να γνέφεις σ’ όλες τις γενιές, της λευτεριάς το πάθος…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 6

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Τάκις Τζίβας

Γεννήθηκε στο Θάνα Αρκαδίας. Γόνος πολύτεκνης οικογένειας. Στα 18 του χρόνια ξενητεύθηκε στην μακρινή Αυστραλία για μια καλλίτερη ζωή. Εργάστηκε πολύ σκληρά κάτω από αντίξοες συνθήκες, πολύ γρήγορα κατάλαβε την ματαιότητα της ζωής του μετανάστη. Εκεί συνέγραψε το πρώτο του έργο "Ξενητειά το γλυκό δηλητήριο".
Έζησε για 14 χρόνια περίπου στην Αυστραλία. Παντρεμένος με την εκλεκτή της καρδιάς του Δήμητρα, απέκτησαν δύο λατρεμένα παιδιά και σήμερα ζει και δημιουργεί στην Τρίπολη. Αγαπημένο του άθλημα είναι το Σκάκι, έχει διατελέσει δάσκαλος σε μικρές ηλικίες για την εκμάθηση του σπουδαίου αυτού αθλήματος. Μέλος των Αρκάδων λογοτεχνών έχει εκδώσει πέντε έργα και μερικές δεκάδες στίχους - τραγούδια.
Βιβλιογραφία: Ξενητειά, Ανθηδών, Δροσοφίλημα. Σπουδή στο σκάκι, Σκιές.