– Πέρασαν τα χρόνια, μουρμούρησε για εκατοστή φορά μέσα στη μέρα ο Χάρης στη γυναίκα του.
– Αμάν, μας έσκασες πέρασαν τα χρόνια και πέρασαν τα χρόνια. Στο ‘χω ξαναπεί ο χρόνος από πάνω μου δεν ΠΕΡΝΑΕΙ! Τώρα για ‘σένα δεν θα έλεγα το ίδιο.
– Δεν σε ανέχω άλλο. Αυτή η γκρίνια σου βρε παιδάκι μου και η μουρμούρα όλη μέρα. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ. Συνέχισε να λέει εκείνος και νοστάλγησε τη στιγμή που έκανε τα πάντα για να την κατακτήσει. Ξεκινώντας βέβαια με την φράση «Καταραμένη η ώρα και η στιγμή, που αντίκρισα αυτά, τα δυό σου μάτια μέσα στο πλήθος των κοριτσιών που υπήρχαν στο χώρο. Αλλά, βλέπεις ήταν τόσο όμορφα και λαμπερά που δεν μπορούσες να κοιτάξεις τίποτα άλλο. Αυτή η τόσο λαμπερή παρουσία της και τα καταπράσινα αυτά μάτια σε θάμπωναν. Σε κυρίευε αυτό, το αθώο και συνάμα ναζιάρικο βλέμμα. Δεν σε κοίταξε, ούτε μια στιγμή αλλά εσύ εκεί, δεν το έβαλες κάτω. Αυτοσυγκεντρώθηκες, έβαλες τα δυνατά σου αλλά πάλι απέτυχες. Προσπάθησες όμως, ξανά. Δεν το έβαλες κάτω, δεν την άφησες να φύγει ούτε μια στιγμή από τα μάτια σου. Σε σαγήνευε, το κάθε τι πάνω της ακόμα και το πιο ασήμαντο πράγμα, προσπάθησες και μετά από αμέτρητες προσπάθειες σε κοίταξε. Όσο και αν το βλέμμα της πλανήθηκε στο χώρο, κάτι είδε βλέπεις πάνω σου που την εξίταρε και κατάλαβε από την πρώτη στιγμή πως ήθελε να το γνωρίσει καλύτερα. Σε ερωτεύτηκε, την ερωτεύτηκες. Μα τι τα ‘θελες καημένε, μαζί με όλα αυτά ήρθαν η γκρίνια και η μουρμούρα, πολύ μουρμούρα δίχως τελειωμό. Καλά, μα τι κάθομαι και σκέφτομαι τόσην ώρα, δεν είμαι καλά, κάτι έπαθα. Δεν μπορεί να σκέφτομαι αυτά, για την γυναίκα που ερωτεύτηκα και μου χάρισε το πολυτιμότερο δώρο. Το παιδί μου. ΦΤΑΝΕΙ. ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ. ΣΤΑΜΑΤΑ».
– Βρε, Χάρη. Σου μιλάω. Του είπε με την τσιριχτή της φωνή και τον σκούντησε. Δεν ακούς; Πού το έχεις πάλι το μυαλό σου;
– Εδώ, αγάπη μου! Της είπε χαμογελώντας, προσφέροντάς της ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο για να του φύγουν οι τύψεις. Και συνέχισε να της σπάει τα νεύρα στην τεράστια, γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια βεράντα τους.






