Η γη ηρεμεί για λίγο
μα η φύση της ποτέ δε ησυχάζει
σα δράκος που κοιμάται μέσα σε βαθιά σπηλιά
και κάπου κάπου η τρομερή του ανάσα ξεσπά από τα ερεβώδη έγκατα
τρομοκρατεί τους ανόητους θνητούς.
Τους υπενθυμίζει το μάταιο της ανθρώπινης ύπαρξής.
Γκρεμίζει τα σπίτια.
Θολώνει τα ποτάμια.
Κουνάει τις ιτιές στις όχθες.
Ρίχνει τα κεραμίδια από τις στέγες.
Το κλάμα ενός μικρού παιδιού μέσα σε όλη αυτή την αντάρα,
δεν είναι ικανό να κάνει το δράκο να συμπονέσει.
Μα αύριο κιόλας θα ‘χει ξεχαστεί.
Αύριο το μωρό στη κούνια θα κλαίει ξανά,
ζητώντας το βυζί της μάνας του, για να συνεχιστεί η ζωή.
Γιατί έτσι πρέπει.





