Ποιος τα τρομάζει τα πουλιά κι όλο λοξοδρομούνε
με ματωμένα τα φτερά τον ουρανό μετράνε
κι έπειτα χαμηλώνουνε δεν τα χωράει ο κόσμος…
Καπνός τα κύκλωσε παντού, χορεύει το σκοτάδι
πήρε η Φυγή το Θάνατο να σαλαγάει πάλι
κι αυτός στο μεσοπέλαγο σαν τον κουρσάρο στέκει
λαξεύει τ’ άγρια κύματα και σάβανα υφαίνει…
Ποιος τους τρομάζει τους νεκρούς; Τον ύπνο τους ταράσσει
τρέμει θρηνεί η μαύρη γης, τα μνήματα ανοίγουν
θρηνολογούνε οι νεκροί τα ζωντανά παιδιά τους…
Φεύγουν από τα σπίτια τους. μακριά από την πατρίδα
αμνοί που πάνε για σφαγή, δούλοι σε ξένη χώρα.
Αχόρταγος ο πόλεμος, έλεος δεν γνωρίζει,
μονάχα η στράτα της φυγής, της εσχατιάς ο δρόμος
δίνει ελπίδα για ζωή, κι αυτή υποθηκευμένη.
Οι τέκτονες του κόσμου αυτού, που νέμονται τα πλούτη
μαύρο χρυσό και τάλαντα, διαμάντια και πετράδια
δεν επιτρέπουν στους λαούς τους θησαυρούς ν’ αγγίξουν.
Το μπιστικό τους κράζουνε, με μπόμπες και κανόνια
θάνατο και καταστροφή, σπέρνει στο πέρασμά του
και τα μωρά ψάχνουν θηλή, ζωή να κρεμαστούνε
το γάλα βγαίνει κόκκινο, θηλάζουν μπλάβο γάλα
Φεύγεις μακριά και χάνεσαι, σαν τη σκιά τ’ ανέμου
να μην ακούς το γοερό κλάμα των αδυνάτων
τον όλεθρο που κρέμεται, στων τουφεκιών τις κάννες.
Ο τρόμος τη σφραγίδα του, βάζει στο μέτωπό σου,
τείχη ορθώνουνε παντού, σου κρύβουνε τον ήλιο,
ξένος κι ανεπιθύμητος, στις γειτονιές του κόσμου…
Κι εσύ αλαργεύεις, γίνεσαι, θρήνος στα ξένα μέρη
επαίτης για ένα μέτρο γη, το σώμα να ξαπλώσεις…
Χτίζουνε νέες φυλακές και σύρματα στους δρόμους
που οδηγούν στο ξέφωτο, εκεί θα σ’ εγκλωβίσουν
με ταπεινώσεις και ντροπές τον τράχηλο σκυμμένο
να παραδώσεις την ψυχή, στα νέα αφεντικά σου…
Από της Σκύλας τα στενά, της Χάρυβδης το μνήμα
καλείσαι τώρα να διαβείς, τη σκοτεινή κοιλάδα
και να σηκώσεις τον βαρύ, μαρτυρικό Σταυρό σου.
Κάντε κουράγιο αδέρφια μας και πιάστε το τραγούδι
Πατρίδα μας είναι η καρδιά, η λευτεριά το βιός μας
Δεσπότης και προστάτης μας, το Δίκαιο το Θείο
και η Αγάπη, φωτεινό αστέρι που φωτίζει
το δρόμο που ξεχάσαμε, της Αρετής τη στράτα…






