Φέτος δε θα ξανοιχτούμε στα λιβάδια με τις κόκκινες παπαρούνες. Μήτε θ’ αμολήσουμε τους χαρταετούς της νιότης μας στους ουρανούς των ονείρων μας. Φέτος θα βγούμε το πολύ στο μπαλκόνι, ζυγίζοντας το βήμα της ζωής μας στα δυο χιλιόμετρα. Το ψωμί θα ‘χει πικρή γεύση. Το νηστίσιμο φαΐ στο τραπέζι θα κατεβαίνει δύσκολα. Τίποτα δε θα θυμίζει, τον γιορτασμό αλλοτινών χρόνων… τότε που κρατούσε το μικρό σου χεράκι ο πατέρας, για να ψωνίσετε μαζί για το τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας. Φέτος η Άνοιξη θα ‘ναι θλιμμένη, γιατί δε θα υπάρχει κανείς να βαδίσει κάτω από τις αμυγδαλιές και τις ανθισμένες κερασιές. Μόνο η σιωπή θα πλανάται στους άδειους λόφους και στα ξέφωτα. Μόνος ο άνεμος θα νοσταλγεί κρυφά ευτυχισμένους καιρούς, που οι πλατείες ήταν γεμάτες απ’ τις χαρούμενες φωνές των παιδιών και οι εξοχές πλάνταζαν από το γέλιο ερωτευμένων κοριτσιών με την ανάσα του Απρίλη στα στήθια τους. Ερημιά και σιωπή στους κάμπους. Τα πουλιά μονάχα και τα τσακάλια θα κράζουν τη χαρά τους, που τους αφήνεται τώρα ο κάμπος στη δική τους εξουσία…






