Ω! Ποιητή, πολύκλαυτε, πικροτραγουδισμένε
στην Ατραπό τη σκοτεινή, ποιο χέρι σ΄οδηγάει
και του θανάτου όμορφα, στεφάνια δάφνης πλέκεις;
Τον Αφροδίσιο ξέχασες, άτιτος πια προσμένει
πύρινο βέλος στην καρδιά, βαθειά να σου καρφώσει…
Αδιάφορος, ορθάνοιχτες Πύλες στον πόνο αφήνεις
και της ηλύγης περπατείς, περιαλγής το δρόμο.
Ύφανε η θλίψη μελανό, χιτώνα Αλγηδόνος
ποτίζοντας τον με σπουδή, Νέσσου πικρό φαρμάκι.
Έπειτα, η Κροκόπεπλη, πάνω σ’ αβύσσου φρύδι
σ’ οδήγησε, της εσχατιάς γεύση πικρή να πάρεις.
Και ήταν τ’ αγνάντεμα αυτό, χαρόντειος α ν ά σ α…
Πονούν οι άνθρωποι στη γη, παρηγοριάς σημάδι
ψάχνουν και περιφέρονται με φέρετρα στους ώμους.
Θαρρούν πως είναι ζωντανοί, δύστυχοι Αδοβάτες,
είναι βαρύ το τίμημα του διαρκούς θανάτου.
«Ρωτώ Σε πάλι ποιητή, πες μου ξανά τι βλέπεις;»
Άνοιξε τριαντάφυλλο, η τρυφερή καρδιά του
και τα καρφιά που τρόχιζε, τις νύχτες στο λυχνάρι
όλα μπηγμένα έφτιαχναν, Σταυρό ματοβαμμένο.
Με το πικρό το βλέμμα του, με τ’ ακροδάχτυλά του
του Σαρκασμού τα πέδιλα, άγγιξε κι εχάθη…
Θα ψάξει κάθε σπιθαμή, τις γειτονιές του κόσμου
να βρει πού χάθηκε η χαρά, πού κρύβεται η Αγάπη…
Σε καρτερούσαν ποιητή, γενιές πολλές ανθρώπων
σου φώναζαν Παππούδες σου, Σήκω ψηλά το γένος!
Χάρισμα, Θείο έλαβες, μα εσύ δεν το δοκίθης…
Έφυγες αξαγνάντεφτος, χλευάζοντας τον πόνο
Της ακρωρίας ψάχνοντας, το φωτεινό αστέρι…
Ίσως πάλι να τρόμαξες, μην πάρουν το Σταυρό σου
δίχως Σταυρό αλλοίμονο, εσύ τι θ’ απογίνεις;…
Οι ποιητές οι τυχεροί, άτυχοι τούτου κόσμου
με της ψυχής τα όμματα, θωρούν της γης τα όντα.
Αερικά που τριγυρνούν, τις νύχτες και ρωτάνε
αν της αγάπης τα παιδιά, νεκρά είναι κι εκείνα…




