Μαρί - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Μαρί

Τα δίδυμα αγόρια της ήταν, όπως έλεγε η κυρά Ελένη, το οξυγόνο της, τα διαμάντια της. Δεν ξεχώριζε κανέναν απ’ τα δύο. Κάθε φορά που τ’ αντίκριζε, τα φυλλοκάρδια της άνοιγαν σαν παράθυρο στο φως. Μιλούσε γι’ αυτούς σε συγγενείς, σε φίλους και τα μάτια της χαμογελούσαν. Της άρεσε να τους καμαρώνει, να τους βλέπει να ωριμάζουν, όπως οι άγουροι καρποί στα δέντρα. Πάλευε να το συνηθίσει, πως είχαν μεγαλώσει πια, ολόκληροι άντρες είχαν γίνει, μα δεν έλεγε και να το χωνέψει. Για εκείνη ήταν ακόμα τα μωρά της, τα παιδάκια της. Προσευχόταν στον Θεό να τα έχει πάντα καλά, να τα φυλά από κάθε κίνδυνο. Μόλις είχαν κλείσει τα δεκαοχτώ κι άρχιζε μια νέα διαδρομή. Είχαν καταταγεί στην Εθνική Φρουρά και υπηρετούσαν στη ναυτική βάση στο Μαρί.

Εκείνο το πρωινό, της εντεκάτης Ιουλίου ένα ομιχλώδες πέπλο είχε σκεπάσει τον ουρανό. Μια θλίψη τον στοίχειωνε κατακαλόκαιρα. Μείναμε ώρες πολλές χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Οι φωτεινοί σηματοδότες στους δρόμους νεκροί. Απ’ το προηγούμενο βράδυ μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες, τα παλληκάρια της κυρά Ελένης ήταν σε νυχτερινή βάρδια.

Στις τέσσερις και δεκαπέντε το πρωί έγιναν ορατές οι πρώτες μικρές εκρήξεις. Σαν πυροτέχνημα φάνηκαν, που φώτιζε τη νύχτα. Παρακολουθούσαμε έντρομοι τις πύρινες φλόγες ν’ απλώνουν δειλά δειλά τα πλοκάμια τους, τυλίγοντας τα εμπορευματοκιβώτια σαν μέδουσες. Το υλικό αυτό φυλάσσονταν, καιρό τώρα, δύο χρόνια είπαν, στον χώρο της ναυτικής βάσης, βρισκόταν εκτεθειμένο στον ήλιο και στις υγρασίες. Κυοφορούσε θάνατο.

«Μάνα, μην ανησυχείς. Είμαι με τον αδελφό μου. Είμαστε καλά». Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα που άκουσε η κυρά Ελένη από τον Γιάννη. Ήταν ο μεγαλύτερος κατά λίγα λεπτά από τον αδερφό του. Πάντα τον προστάτευε. Επέβαινε σ’ ένα υδροφόρο όχημα του στρατού κατευθυνόμενο προς τον λόφο, όπου στεγάζονταν η ναυτική βάση. Μέσα ήταν ο επικελευστής και δύο ναύτες. Ο Γιάννης τους συνάντησε, ενώ κατέβαινε απ’ τη σκοπιά. Δεν ήθελε ν’ αφήσει μόνο του τον δίδυμο αδελφό του. Ζήτησε από τον ναύτη να βγει απ’ το όχημα. Τράβηξαν μαζί για την κατάσβεση  των εστιών της φωτιάς. Οι πυροσβέστες, κι αυτοί στην πρώτη γραμμή. Κοντοστάθηκαν. Ήξεραν πόσο θ’ ανησυχούσαν οι δικοί τους. Τηλεφώνησαν της μητέρας τους, θέλοντας να την καθησυχάσουν.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η ζωή διακόπηκε βίαια κι αναπάντεχα στην κορφή εκείνου του λόφου. Τα κορμιά νέων ανθρώπων διαμελίστηκαν. Πετάχτηκαν στον αέρα. Η γη βάφτηκε κόκκινη. Δεκατρείς άνθρωποι εξαϋλώθηκαν στην κόλαση του πυρός. Αξιωματικοί του στρατού, ναύτες,  πυροσβέστες. Το ωστικό κύμα της φονικής έκρηξης σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Θραύσματα σιδερικών εκσφενδονίστηκαν, πολίτες, που βρίσκονταν ήδη στον δρόμο για δουλειά, τραυματίστηκαν σοβαρά. Ακόμα κι ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός, που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά, καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι σειρήνες των ασθενοφόρων ηχούσαν επίμονα. Τ’ ακούγαμε να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα για ώρες. Νοσηλευτές, διασώστες βίωναν τη φρίκη από το αποτρόπαιο του θεάματος των διαμελισμένων κορμιών. Μανάδες έτρεχαν στις πρώτες βοήθειες αναζητώντας τα παιδιά τους. Σκηνές αλλοφροσύνης, σκηνές αρχαίου δράματος, φωνές, κλάματα, ουρλιαχτά, πόνος κι ανάμεσα τους, η μάνα των δίδυμων αδελφών, η κυρά Ελένη.

-Γιε μου, σε παρακαλώ. Πες μου. Πού είναι τα παιδιά μου..; Έτρεμε σύγκορμη. Το σώμα της δεν τη βάσταζε. Η ψυχή της γνώριζε, μα η ελπίδα… Έσκυψε, άπλωσε τα χέρια της, αγκάλιαζε τον νοσηλευτή, τον τράνταζε…

-Τα παιδιά μου, οι γιοι μου, πού είναι; Δεν τους είδε κανείς; Το πρωί μού μιλούσαν στο τηλέφωνο… Ας μας πει κάποιος! Έστω ένας! Την αλήθεια… Σας παρακαλώ!

-Δεν… Λίγη υπομονή κυρία… Δεν έχουν ταυτοποιηθεί οι αγνοούμενοι…

Τι να της πει; Αβάσταχτος ο πόνος και το σοκ είχε παραλύσει ακόμα κι εκείνους που είχαν ταχθεί στη βοήθεια των άλλων.

Το κακό είχε λουφάξει. Οι εκρήξεις δεν ακούγονταν πια. Πέρασαν μέρες. Περίμενε. Έπρεπε! Ήθελε να δει με τα ίδια της τα μάτια. Όσο κι αν την διαβεβαίωναν με λύπη πως ελπίδα πια δεν υπήρχε, ζητούσε, παρακαλούσε να πάει να δει. Όχι, δεν ήταν ατύχημα. Έγκλημα το λογάριαζε εκείνη κι όσοι «κάηκαν» από εκείνη τη φωτιά. Έφτασε παραπατώντας. Στάθηκε εκεί, όπου τα δύο της βλαστάρια είχαν δώσει τη δική τους μάχη. Εκεί, όπου αναμετρήθηκαν με τη φωτιά, με το σίδερο, με το μπαρούτι. Νεκρική σιωπή. Συντρίμμια διάσπαρτα, καμένα ρούχα, λιωμένα παπούτσια, σπασμένα κλαδιά παρέλαυναν μπροστά της. Έμεινε να κοιτάζει, να σαρώνει σπιθαμή τη σπιθαμή το συλημένο τοπίο, το αλώνι του χάρου. Ίσως έβρισκε κάτι, κάτι δικό  τους, κάτι να μαρτυρά έστω μια σπίθα ζωής.

Αναζητούσε τη σάρκα από τη σάρκα της, μα βρήκε στάχτη κι αποκαΐδια. Αναζητούσε το αίμα από το αίμα της, αλλά το είχαν ρουφήξει όλο τα σπλάχνα της μάνας γης. Το χώμα νωπό ακόμη. Η μυρωδιά απ’ την μπαρουτιασμένη γη έπνιγε τον αγέρα. Ένας κόμπος τής έσφιγγε τον λαιμό. Λύγισε. Σωριάστηκε στο έδαφος. Οι σπαρακτικές κραυγές της έφτασαν ίσα με τον ουρανό. Ούρλιαζε, ούρλιαζε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Την ίδια ώρα κάποιοι αργόσχολοι μάζευαν τα καμένα μεταλλικά κομμάτια, για να τα πουλήσουν προς πέντε ευρώ.

Μια χούφτα χώμα της έδωσαν για να θάψει. Δεν μπόρεσε να δει τα σπλάχνα της να τα φιλήσει, να τ’ αποχαιρετήσει. Με γαλανόλευκη σημαία είχαν σκεπάσει τα δύο φέρετρα. Κόσμος πολύς στην εξόδιο ακολουθία. Συγγενείς, φίλοι, γνωστοί κι άγνωστοι. Η μάνα ατσάλωσε το ηθικό. Έκανε τον πόνο κομποσκοίνι κι ευχήθηκε καλή αντάμωση. Ήξερε ότι πέρασαν στην αντίπερα όχθη. Όταν τελείωσε η ακολουθία, ύψωσε τα χέρια καλώντας όλους να ψάλλουν μαζί της τον εθνικό ύμνο.

-Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή… σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετρά τη γη…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 14

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Αθηνά Πρωτοπαπά

Η Αθηνά Παπαπέτρου Πρωτοπαπά γεννήθηκε το 1972 στη Λεμεσό της Κύπρου και κατοικεί στη Λάρνακα. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών απ’ όπου και έλαβε πτυχίο Κλασικής Φιλολογίας. Από το 2000 μέχρι σήμερα εργάζεται ως μόνιμη καθηγήτρια σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο στην εκπαίδευση, και ιδιαίτερα με το αρχαίο δράμα. Με τη συγγραφή ασχολείται τα δύο τελευταία χρόνια. Το παραμύθι «Το Φως ανέτειλε ξανά στο Γήινο Βασίλειο», το οποίο κυκλοφορεί από τις βιβλιοεκδόσεις, «Αναζητήσεις» στην Κύπρο, είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Είναι ενεργό μέλος της Ιαπωνικής Βεντάλιας Ποίησης και Πολιτισμού και μέλος του Συνδέσμου Εθελοντών Ψυχοκοινωνικής Στήριξης Παιδιών και Εφήβων, ο οποίος εδρεύει στην Κύπρο.