ΓΡΑΦΕΙΝ

Λύτρωση

Έχεις νιώσει ποτέ ότι κάποιος σου στέλνει ένα δώρο, την κατάλληλη στιγμή; Το σύμπαν, ο Θεός, το κάρμα, η ζωή… Δεν μπορώ να το κρίνω εγώ αυτό. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως αυτό το απόγευμα, έλαβα το καλύτερο δώρο, το πιο λυτρωτικό βάλσαμο.

Τα καλοκαίρια μας με την Διονυσία τα περνούσαμε στο πατρικό της στα Χανιά. Ευλογημένος τόπος. Τον χειμώνα ήταν το κουράγιο μας και το καλοκαίρι η χαρά μας. Δεν ξέρω αν τελικά ήμουν ερωτευμένος με το νησί ή με την καθημερινότητά μας. Το πίσω μπαλκόνι βρισκόταν στα βράχια και από κάτω ο παράδεισος. Το κύμα έσκαγε μελωδικά ολημερίς, καλωσορίζοντας τις ακτίνες του ήλιου και το φως της σελήνης, αναδεικνύοντάς τα με τον ομορφότερο τρόπο.

Και εκείνη πάντα εκεί. Καθισμένη στην λευκή της καρέκλα, μπροστά από το καβαλέτο της, πασαλειμμένη με όλη την χρωματική παλέτα και πινέλα στα χέρια. Σαν αερικό. Δεν υπήρχε τίποτα πιο όμορφο. Τα φαρδιά της ρούχα κυμάτιζαν αρμονικά με τον άνεμο, όσο τα μάτια μου έλαμπαν από ευτυχία. Αυτή νόμιζε πως θαύμαζα τα έργα της- υπέροχα, δεν λέω, αλλά ούτε ο πιο ταλαντούχος ζωγράφος δεν μπορούσε να αποτυπώσει κάτι αντάξιο της παρουσίας της. Κατά βάθος, είμαι σίγουρος πως ήξερε ότι θαύμαζα εκείνη, αλλά ξέρεις, πάντα απέφευγε άβολες ματιές και εκθειάσεις.

Η παραλία της «πίσω αυλής» ήταν υπέροχη. Ήρεμη, απρόσιτη, δίχως κόσμο ξένο μήτε μουσική. Γαλήνια, όπως η Διονυσία μου. Εμείς και η θάλασσα. Τα καστανά της μαλλιά, σγουρά όπως γίνονταν από το αλάτι, την έκαναν να μοιάζει με γοργόνα που είχε βγει στην στεριά για μένα και ξαπλωμένη στην πετσέτα της διάβαζε αμέριμνη αυτά τα αστυνομικά μυθιστορήματα που τόσο αγαπούσε.

«Λευχαιμία» διέγνωσε ο γιατρός. «Κακοήθης». Και ανέθεσε σε εμένα να της το ανακοινώσω. Σε εμένα, που τόσα χρόνια έκανα τα αδύνατα δυνατά για να μη τη στεναχωρώ. Σε εμένα, που ράγισε η καρδιά μου στο άκουσμα της ασθένειας και έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Η πορεία των πραγμάτων ήταν προκαθορισμένη. Και κανείς δεν μπορούσε να την αλλάξει.

Σαν σήμερα, πριν έναν χρόνο, έφυγε. Έφυγε μακριά μου, μακριά από αυτόν τον κόσμο που τόσο είχε ομορφύνει σε αυτά τα 30 μόλις χρόνια που τον επισκέφτηκε. Και με άφησε εδώ. Στην «πίσω αυλή». Να ακούω μόνος πια τα κύματα που λυσσαλέα δέρνουν τους βράχους. Να ξαπλώνω μόνος πια στην παραλία και ο ήλιος να μου καίει τα σωθικά. Να κάθομαι μόνος πια στην άσπρη της καρέκλα, με ένα καβαλέτο άδειο. Δίχως τα χρώματά της, μήτε τους καμβάδες της.

Όλο το απόγευμα δεν σταμάτησε να βρέχει. Μα δεν ένιωσα την ανάγκη να προφυλαχτώ από τη νεροποντή. Έμεινα εκεί, αφήνοντας τις σταγόνες της βροχής να συνοδεύσουν αυτές που μανιωδώς κυλούσαν από τα μάτια μου.

Ξάφνου η βροχή σταμάτησε. Σαν κάποιος να σκέπασε τον τόπο για να τον προστατέψει από τη θλίψη. Και ένα ουράνιο τόξο ήρθε να αναπληρώσει το κενό που εκείνη είχε αφήσει, να γεμίσει χρώμα τον γκρίζο ουρανό, να φέρει πίσω όλα τα χρώματα που ο θάνατος μας στέρησε. Τα χρώματα που έναν χρόνο τώρα έλειπαν απ’ το σπίτι μας. Και μαζί με το ουράνιο τόξο ήρθε και εκείνη. Να κάνει αισθητή την παρουσία της, να μου δώσει ελπίδα και κουράγιο. Να μου θυμίσει πως ήταν η ζωή πριν μας την αρπάξουν απ’ τα χέρια. Να μου δείξει ότι τα χρώματα δεν έφυγαν μαζί της, απλώς μεταφέρθηκαν απ’ την παλέτα της στον ουρανό. Το κατάλληλο δώρο, την κατάλληλη στιγμή. Με αποστολέα την Διονυσία μου. Και ένα υστερόγραφο, που χωρίς να το έχει γράψει ποτέ, εγώ το διάβασα. Και ήταν το ομορφότερο μήνυμα που μου είχε στείλει ποτέ. «Είμαι εδώ».

Λύτρωση.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.7 / 5. Σύνολο ψήφων: 10

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Πολυτίμη Μουρατίδου

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς