«Ο άνθρωπος χάνεται όταν ψάχνει απαντήσεις κι εγώ ακόμα ψάχνω την απάντηση σε μια ερώτηση που με τυραννάει καιρό τώρα. Τι γελοίο; Ρητορική είναι. Ακόμα τυραννιέμαι. Ακόμα πνίγομαι στο κουτάλι μου σε μία σταγόνα το βράδυ. Λες να διαλέξω το πιρούνι; Τι γελοίο;… Θα βρω τρόπο να παλέψω στα κενά του. Τότε θα κρέμομαι ανάμεσα από τις σιδερένιες γραμμές. Λες να διαλέξω μαχαίρι; Θα χορεύω στην κοφτερή άκρη του για να κόβομαι σε κάθε βήμα μου. Κι αν διαλέξω εσένα μάτια μου; Άσε την απάντηση. Λες να βρω τρόπο να μας καταστρέφω με τα μαχαιροπίρουνα;»
– Τι με κοιτάς ρε Μαράκι; Μόνη μου μιλάω
– Τρελάθηκες; Πήρες πάλι τα ηρεμιστικά; Αφού δεν έχεις τίποτα, γιατί γεμίζεις το στομάχι σου με «καραμέλες»;
– Για να ηρεμήσω το μυαλό μου Μαράκι, δεν σταματάει… Ακόμα και όταν κοιμάμαι μου μιλάει συνεχώς.
– Με αλκοόλ το ήπιες πάλι; Από τις βλακείες σου θα πεθάνεις.
– Αχ ρε Μαρία… Φέρε τα μαχαιροπίρουνα να στρώσουμε το τραπέζι να φάμε κι άσε το κήρυγμα. Όταν θα σωπάσει το μυαλό μου, θα σωπάσω κι εγώ.






