Χριστούγεννα σημαίνει… - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Χριστούγεννα σημαίνει…

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Λίγες μέρες πριν την μεγάλη μέρα. Τα Χριστούγεννα. Κανείς βέβαια δεν μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια. Η Αριάδνη μελετούσε στο γεμάτο λαμπιόνια δωμάτιό της για το αυριανό τεστ του σχολείου, όταν άκουσε τη μητέρα της να μιλά στο τηλέφωνο και μετά να ξεσπά σε κλάματα. Ήταν ο πατέρας της Αριάδνης, που είχε πάει στη διπλανή πόλη για τα τελευταία ψώνια των Χριστουγέννων.

– Φύγετε γρήγορα, ξέσπασε πόλεμος. Και για μένα να μην ανησυχείτε. Θα έρθω να σας βρω, είπε ο Αλέξανδρος.
«Να προσέχεις, σ΄ αγαπάμε» ήταν η μόνη φράση που μπόρεσε να αρθρώσει η Σοφία.
– Αριάδνη σήκω, φεύγουμε, είπε ταραγμένα.
– Πού πάμε; έχω διάβασμα, απάντησε το κορίτσι.
– Θα σου πω στο δρόμο, πάμε, μην αργείς.

Έτρεξαν προς το λιμάνι. Το χριστουγεννιάτικα στολισμένο τοπίο ήταν γεμάτο τρομαγμένες εκφράσεις και φωνές ανθρώπων. Πόσο οξύμωρο… Πήραν το πρώτο καράβι που ξεκινούσε εκείνη την ώρα χωρίς να ξέρουν τον προορισμό του.

– Μπορείς τώρα να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει μητέρα; ρώτησε η Αριάδνη που είχε αρχίσει να υποψιάζεται το τι συμβαίνει.
Ο πατέρας που είναι; συνέχισε.

Η Σοφία της τα εξήγησε όλα. Προσπαθούσε ως εκείνη την ώρα να της αποκρύψει την αλήθεια για να μην την τρομοκρατήσει. Η Αριάδνη αμέσως ξέσπασε σε κλάματα γιατί δεν ήξερε το που βρισκόταν ο πατέρας της. Αναπολούσε τις όμορφες χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις που είχε ζήσει με την οικογένειά της. Οι γονείς της, την περίμεναν κάθε χρόνο δίπλα από το τζάκι για να ανοίξουν όλοι μαζί τα δώρα που βρίσκονταν κάτω από το πανύψηλο και καταπράσινο δέντρο.

Ύστερα από ένα πολύωρο και αβέβαιο ταξίδι αποβιβάστηκαν. Βρήκαν ένα ικανοποιητικό για την περιοχή δωμάτιο, όμως τίποτα δε ήταν σαν το σπίτι τους. Τίποτα δεν έμοιαζε το ίδιο χωρίς εκείνον.

Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που δεν ήταν όλοι μαζί…

Τα χρόνια περνούσαν και η ζωή τους κυλούσε μονότονα. Η Αριάδνη στεκόταν πάντα στο παράθυρο λαχταρώντας να αντικρίσει τη φιγούρα του στο τζάμι. Της έλειπε πολύ… Ειδικά τις μέρες των Χριστουγέννων, η απουσία του πατέρα της γινόταν πιο έντονη. Ήθελε να εξαντλήσει ακόμα και την τελευταία της ελπίδα. Κάθε χρόνο ζητούσε από τον Άγιο Βασίλη μια και μοναδική ευχή. Να της φέρει τον πατέρα της.

Είχαν περάσει ακριβώς έξι χρόνια από την ημέρα που αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τον τόπο τους. Οι ελπίδες τους για να ξανασμίξουν είχαν αρχίσει να εξασθενούν. Ήταν ανήμερα Χριστουγέννων όταν ξαφνικά χτύπησε η πόρτα του σπιτιού τους.

– Ποιος είναι; Ρώτησε απορημένη η Σοφία, όμως δεν πήρε απάντηση.

Άνοιξε διστακτικά την πόρτα και τότε αντίκρισε αυτό που ευχόταν όλα αυτά τα τελευταία χρόνια. Ήταν ο Αλέξανδρος, ο άντρας της. Τον αγκάλιασε ξεσπώντας σε κλάματα. Ήταν σαν όνειρο. Η Αριάδνη έβλεπε όλα αυτά που γίνονταν μπροστά στα μάτια της και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του .

– Σας το είχα υποσχεθεί ότι θα ξαναβρεθούμε, είπε ο πατέρας.

Τότε η Αριάδνη στάθηκε και σιγοψιθύρισε:
Το ήξερα ότι υπάρχεις Άγιε Βασίλη, μου έκανες το καλύτερο δώρο. Σ’ ευχαριστώ…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.5 / 5. Σύνολο ψήφων: 10

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Γενοβέφα Θεοχαροπούλου

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς