Ξημερώματα σηκώθηκε. Έριξε σ’ ένα σακίδιο πλάτης ένα βαμβακερό φόρεμα που έμοιαζε με νυχτικιά, το μαγιό της και ένα ζευγάρι σαγιονάρες. Με ύφος μπλαζέ σαν πρωταγωνίστρια τηλεοπτικής σαπουνόπερας ανακοίνωσε στους δικούς της:
– Φεύγω. Θέλω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου. Θα τα βγάλετε πέρα μόνοι σας για λίγες μέρες.
Δεν πρόλαβε να κάνει το γύρο του τετραγώνου. Γύρισε πίσω. Είχε ξεχάσει τα φάρμακά της. Γέμισε μία τσάντα με χάπια και βεβαιώθηκε ότι πέρασε στο κινητό το τηλέφωνο του γιατρού της.Στο πρώτο κόκκινο φανάρι αναζήτησε το πρόσωπό της στον καθρέφτη του αυτοκινήτου.
-Αχ, ρε κακομοίρα, που θέλεις να το παίξεις μοιραία και ωραία, μονολόγησε.
Χαμογέλασε στο είδωλό της και γεύτηκε με την άκρη της γλώσσας την υγρή αλμύρα που κατέβαινε απ’ τα μάτια της.






