Γιατί; - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Γιατί;

Πόνος… θυμός… κι ένα τεράστιο γιατί (;)… με τυραννούσαν εκείνη την περίοδο…ακόμη και τώρα. Μου έλεγαν όλοι: «Μα πώς μια κοπέλα σαν κι εσένα το επέτρεψε αυτό στον εαυτό της;» Δεν έπαιρναν απάντηση. Ούτε εκείνοι αλλά ούτε εγώ η ίδια δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα να απαντήσω στον εαυτό μου. Βλέπεις όταν ερωτεύεσαι, κλείνεις μάτια κι αυτιά. Συγχωρείς λάθη κι ας ξέρεις πως θα επαναληφθούν. Όμως… Διάολε! Ήξερες ότι θα βγεις δύσκολα από τον λάκκο που σου έσκαψε ο άνθρωπος που θα αγαπούσες με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερες!… έλεγα και συνεχίζω να λέω στον εαυτό μου. Δεν είναι όλα μέλι γάλα στις ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων. Κάθε φορά που  μαλώναμε… φωνές… βρισίματα… κλάματα… και τα χέρια του… τα χέρια του να προσπαθούν να με πληγώσουν από “αγάπη”. Έτσι έλεγε… Γυρνούσα σπίτι με μώλωπες στα χέρια και στα πλευρά μου…Επειδή μ ’αγαπούσε, έλεγε! Μ’ ένα μόνιμο παγωμένο χαμόγελο ανέβαινα τα σκαλιά του σπιτιού μου καθώς μουρμούριζα μέσα μου… «Σε αγαπάει! Μην είσαι χαζή! Δείξ’ τους ότι είσαι καλά!»

Έτσι έκανα, άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου αντίκρυζα τους γονείς μου και τους έλεγα: «Είμαι καλά». Δυόμισι χρόνια… με έναν άνθρωπο που αγάπησα και μ’ αγάπησε ή τουλάχιστον μ’ αγαπούσε στις αρχές… όταν ήταν νηφάλιος. Άργησα να καταλάβω! Ώσπου ένα βράδυ με είχε βάλει να διαλέξω ανάμεσα σε αυτόν και το ελάττωμα του… και στο να τελειώσει το μαζί. ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ! Πίστευα πως μπορούσα να τον βοηθήσω. Του είχα υποσχεθεί να είμαι παρών στις στραβές του. Αυτός πάλι, μου είχε υποσχεθεί ότι θα το κόψει. Με κοιτούσε στα μάτια με τα δάκρυα να τρέχουν σαν ξαφνική μπόρα… λέγοντας μου «Αγάπη μου θα το κόψω! Μην φύγεις… Δεν θέλω να σε χάσω… Είχες πει πως θα είσαι εδώ στα δύσκολα, μην φύγεις…». Κι εγώ κάθε φορά να τον πιστεύω κι ας αναίρεσε με τις πράξεις και τα λόγια του τις καταστάσεις και τα «θέλω» του! Εγώ τον πίστευα… Κι έγινε όλο αυτό ένας φαύλος κύκλος… με αυτόν να μου λέει πως δεν θα με ξαναχτυπήσει και πως έχει κόψει και με εμένα να τον συγχωρώ και να τον πιστεύω. Ώσπου πέρασαν μήνες… χρόνος… και ήρθε το καλοκαίρι. Θεέ μου!… αυτό το καλοκαίρι έχει χαραχτεί στην μνήμη μου σαν να σου χαράζουν το δέρμα με λεπίδα.

Αύγουστος λοιπόν! Βραδάκι… 5/8/20…δεν θα το ξεχάσω! Είχα βγει με τους φίλους μου σε μια παιδική χαρά του χωριού μου… Τον είδα να έρχεται… τρόμαξα! Πήγα εγώ πρώτη σε αυτόν με γρήγορα βήματα… είχαμε μαλώσει και είχε βγει κι αυτός με τους φίλους του. Ήξερα πως αν του το πω… Ήξερα! Γι’ αυτό και πήγα πρώτη. Τον κοίταξα με βουρκωμένα μάτια, έτρεμα, ίσα ίσα που μπορούσα να μιλήσω… Τον κοίταξα και του είπα: « Θέλω να χωρίσουμε δεν αντέχω άλλο… δεν μπορώ άλλο αυτήν την κατάσταση». Αμέσως άρχισε να μου φωνάζει κι εγώ πανικόβλητη να του ζητάω να ηρεμήσει. Τότε… τότε πέρασε τα χέρια του στον λαιμό μου περνώντας με στον απέναντι δρόμο. Δεν μίλησα! Με άφησε… αυτός συνέχιζε τις φωνές, τα ανεπανάληπτα γιατί κι εγώ να προσπαθώ να τον ηρεμήσω. Εκείνος όλο και αγρίευε. Άρπαξε το κεφάλι μου και ξεκίνησε να το χτυπάει με το δικό του συνεχίζοντας όμως τα ανεπανάληπτα γιατί. Με δάγκωνε στον λαιμό…έτρεμε…κι εγώ να προσπαθώ να τον ηρεμήσω. Μάταια όμως… Έπειτα άρχισε να με χτυπάει στα πλευρά… να με γρατζουνάει… πονούσα… αμέσως ξανά άρπαξε το κεφάλι μου… και ξανά τα ίδια.

Δεν άντεξα! Φώναξα βοήθεια… ένιωθα να καταρρέει το σώμα μου. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε ένας περαστικός. Εκείνος έφυγε γιατί κατάλαβε ότι έμπλεξε. Με κοίταξε και μου είπε: «Σ αγαπάω», «Μην με ξεχάσεις, σ’ αγαπάω». Μέσα σε πέντε λεπτά το είχαν μάθει οι γονείς μου. Με πήγαν με το αμάξι σπίτι. Αγκάλιασα την μητέρα μου και έβαλα τα κλάματα. Της ζητούσα συγγνώμη. Πονούσα… όχι στο σώμα… η ψυχή μου… πονούσε! «Μαμά συγγνώμη, δεν ήθελα», ήταν τα μόνα λόγια που είπα…της εξήγησα τι έγινε κι αμέσως πήγαμε στην αστυνομία…μεγάλη ταλαιπωρία… τελειώσαμε αργά. Τρεις η ώρα τα μεσάνυχτα πήγαμε στο νοσοκομείο όπου και νοσηλεύτηκα. Όλο το βράδυ έκλαιγα. Ήξερα ότι τον έμπλεξα με τις φωνές μου…αλλά δεν άντεχα. Το επόμενο πρωί γύρισα σπίτι. Ο γιατρός μού είπε πως είμαι εντάξει, απλώς για δύο εβδομάδες έπρεπε να φοράω το κολάρο για τον αυχένα. Γύρισα σπίτι και με έπιασαν ξανά τα κλάματα. Με πήρε η μητέρα μου από το χέρι… μου είπε θα πάμε μια βόλτα… δεν ήθελα… κι όμως με κατάφερε. Τελικά πήγαμε στην ψυχολόγο. Όταν ξεκίνησε τις ερωτήσεις… δεν άντεξα… ξαναέβαλα τα κλάματα.

Βγήκα έξω, άναψα ένα τσιγάρο με τα μάτια μου πρησμένα, να μην αντέχουν στο φως του ήλιου. Να μουρμουράω συγγνώμη μαμά… γιατί… γιατί; Κι όλα αυτά τα γιατί συσσωρεύθηκαν μέσα μου…έφτασα λοιπόν να σταματάω την ψυχολόγο και να παλεύω με το κεφάλι μου και το δίχως απάντηση γιατί μου. Κάθε μέρα έρχομαι να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου και το γιατί μου. Και κάθε νύχτα παλεύω να ηρεμήσω το μέσα μου για να κοιμηθώ. Ελάχιστος ύπνος… πολλά τσιγάρα… πολλοί καφέδες και το αναπάντητο «γιατί μου».

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 49

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ιωάννα Τόσκα

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς