Πριν καλά καλά προλάβει η γυναίκα του να τον μποδίσει, άρπαξε το τραπεζομάχαιρο από το μαγειρειό. Άνοιξε την πόρτα και μ’ ορμή πετάχτηκε όξω στην αυλή.
Η κουκουβάγια σκιασμένη πέταξε να σωθεί. Ο άνεμος πάγωσε την καρδιά του. Μέσα στο κεφάλι του, μαύρη ομίχλη. Τα πόδια πήγαιναν γρήγορα, μα μοναχά τους, δεν τα συνόδευε ο νους. Είχαν πετάξει οι σκέψεις σαν όρνια με τις φτερούγες ανοιχτές. Ήταν ντόμπρος άνθρωπος, τίμιος και έτσι ήθελε να του φέρονται. Στο βουνό ανέβηκε για τη λευτεριά της πατρίδας. Τον οχθρό τον σκότωνε παλικαρίσια κοιτώντας τον στα μάτια. Έξι μήνες είχε να κατέβει στο χωριό και δεν θα κατέβαινε εάν δεν του ‘φερναν τα χαμπέρια.
«Η γυναίκα σου λοξοδρόμησε μ’ άλλον», του ‘παν.
Είχαν παντρευτεί νέοι, μα παιδιά δε κάμνανε. Μπορεί να μη της φέρονταν σωστά, μπορεί οι τρόποι του να ‘ταν κακοφτιαγμένοι, άγαρμποι, μα ήταν γυναίκα του και τέτοια προσβολή δεν την άντεχε. Τώρα αφού του μολόγησε τ΄ όνομα, θέριεψε ο θυμός περισσότερο. Καθήκον του τώρα να αποδώσει ο ίδιος δικαιοσύνη.
Πώς περπάτησε τα χιλιόμετρα και έφτασε, ούτε που το κατάλαβε.
Η πινακίδα έτοιμη να πέσει “Καφενείον Το Εύθυμον”.
Δίνει έναν κλότσο στην πόρτα, μπαίνει μέσα. Αμέσως τον είδε. Ήταν σκυφτός στο τζάκι, τάιζε την αχόρταγη φωτιά που απειλούσε όποιον την πλησίαζε.
«Δημητρό», του φώναξε. Δεν αποκρίθηκε. «Γύρνα ορέ», «γύρνα σου λέω, δεν θέλω να σε σκοτώσω πισώπλατα».
Ορμάει και του καρφώνει ίσα στην καρδιά, κοιτώντας τον στα μάτια.
Αμέσως στο χωριό ακούστηκαν ουρλιαχτά, κλάματα, η καμπάνα του χωριού ανέλαβε τον ρόλο της.
Μια φωνή ξεχώρισε από τον όχλο: «Σκοτώσανε τον δίδυμο αδερφό του Δημητρό».
Η φωτιά στο τζάκι χορτασμένη πια είχε χάσει την ένταση της, μαζί κι η φλόγα της εκδίκησης .
Αυτός στέκονταν εκεί αποκαμωμένος. Λύγισε η ψυχή. Γονάτισε, ύψωσε τα χέρια και τα μάτια μαζί.
Ήξερε πως όλα γι’ αυτόν είχαν τελειώσει.
Το μόνο που ΄μενε… να το βρει απ’ τον Θεό για το μεγάλο κακό που ‘χε κάνει.
Μα ένας νέος κύκλος εκδίκησης μόλις ξεκίναγε.






