Η κυρία μηχανικού - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Η κυρία μηχανικού

Ήταν αυτό που λέμε έρωτας κεραυνοβόλος! Τον γνώρισε σ’ ένα από τα κοσμικά πάρτι της πρωτεύουσας. Ο πατέρας, ομολογουμένως, ήταν ωραίος άντρας, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, από τους πολλά υποσχόμενους. Όταν ανέλαβε ένα δημόσιο έργο στην επαρχία τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Για τα γκρίζα του μάτια θα έφτανε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης, δήλωνε αμετάπειστη με μία δόση ρομαντισμού σε φίλους και συγγενείς. Παραιτήθηκε από τη θέση της στο Κρατικό Ωδείο και δέθηκε ξοπίσω του, στο άρμα της δικής του καριέρας, ως ακλόνητη απόδειξη αγάπης κι αφοσίωσης.

Η άφιξή τους στο χωριό προκάλεσε μεγάλο σούσουρο. Τα κουτσομπολιά έπαιρναν και έδιναν στο καφενείο της πλατείας για την κυρία μηχανικού. Τρία μουλάρια και δέκα αγωγιάτες χρειάστηκαν για να μεταφέρουν το πιάνο της. Η μουσική θα έκανε την τρίχρονη διαμονή τους πιο υποφερτή. Το ίδιο κι η μαγευτική θέα από το σκαρφαλωμένο στην κορφή του λόφου σπίτι μας. Όπως στους αγαπημένους της πίνακες του Βαν Γκογκ, ο κάμπος απλωνόταν στρωμένο καταπράσινο χαλί μπροστά στα πόδια της. Το καφέ φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε ευφορία και γονιμότητα. Τα στάχια λικνίζονταν στο θρόισμα του αέρα. Οι λεύκες κι οι βελανιδιές τη χαιρετούσαν, αριστοτεχνικά στοιχισμένες στις όχθες του ποταμού.

Στη ζωή του χωριού εισέβαλε σαν να ξεπήδησε από αναγεννησιακό πίνακα. Με τους ταφτάδες και τις μουσελίνες της, τις μακριές, πλούσιες φούστες της, τα ψάθινα καπελίνα, τα δαντελένια γάντια, το ομπρελίνο, τα άσπρα δερμάτινα μποτίνια της, σουλάτσαρε στους κακοτράχαλους δρόμους του χωριού με την ίδια χάρη και αριστοκρατική φινέτσα που κάποτε βόλταρε δίπλα στον Σηκουάνα. Οι γυναίκες τη φθονούσαν. Οι άντρες τις έριχναν κλεφτές ματιές θαυμασμού.

Την επόμενη χρονιά γεννήθηκα εγώ. Πολλές φορές προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού μας στις γυναίκες του χωριού. Καμιά τους ποτέ δεν καταδέχτηκε να πιει μαζί της ένα απογευματινό τσάι ή έστω έναν πρωινό καφέ. Μόνο η Τασούλα, η παραδουλεύτρα μας, συμπαθούσε την καλοσυνάτη κυρία μηχανικού που έβρισκε παρηγοριά τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στα δικά μου χάδια και τα ασπρόμαυρα πλήκτρα του πιάνου.

Στον τρίτο χρόνο πάνω, με το τελείωμα της γέφυρας, ο πατέρας την κοπάνησε άνανδρα, με μία βαλίτσα στο ένα χέρι και την σχεδόν ανήλικη κόρη του φούρναρη στο άλλο. Είχε βουίξει το χωριό για την παράνομη σχέση. Μόνο εκείνη δεν είχε πάρει είδηση, τυφλωμένη από έρωτα και μετρώντας τις μέρες για την επιστροφή τους στην Αθήνα. Ένα γράμμα άφησε πίσω του, που εξηγούσε τα ανεξήγητα, με δυο λέξεις στεγνές, πάνω στις παρτιτούρες του πιάνου.

Σαν τη μαινάδα χύθηκε πάνω στο πιάνο. Έπαιζε ασταμάτητα για δύο μερόνυχτα. Τα νύχια της έσπασαν, τα ακροδάχτυλά της μάτωσαν, ενώ σπαραχτικά ουρλιαχτά πόνου και αναφιλητά μπλέκονταν με τις μελωδίες του Σοπέν και του Μότσαρτ γεμίζοντας θλιμμένες νότες το δωμάτιο. Τα σκυλιά έξω στην αυλή σαν κάτι να κατάλαβαν. Με τα αλυχτίσματά τους συμμετείχαν κι αυτά στην απόκοσμη συναυλία. Το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι παραβίασε τα παράθυρα φέρνοντας μαζί του αρώματα πασχαλιάς. Αδυνατούσε όμως να διαλύσει την πνιγηρή ατμόσφαιρα της προδοσίας και της εγκατάλειψης που σαν τη μούχλα πότιζε τους τοίχους. Δύο μερόνυχτα ήμουν κουλουριασμένη στα πόδια της με πρόσωπο γεμάτο μύξες και δάκρυα και χέρια περασμένα σφιχτά γύρω από τους αστραγάλους της. Δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται την παρουσία μου.

Την τρίτη μέρα, με το πρώτο φως της αυγής, λίγο πριν αρχίσει ο νους της να ξεστρατίζει, την βρήκαν η Τασούλα κι οι γυναίκες του χωριού ξυλιασμένη, με τη νυχτικιά, μπροστά στο πιάνο. Επιτέλους είχαν διαβεί το κατώφλι του σπιτιού μας. Δεν αντίκρισαν την αριστοκράτισσα με το γαλλικό σινιόν που ξεσήκωνε τα αρσενικά αλλά μια γυναίκα αλλοπαρμένη με ραγισμένη καρδιά. Οι καστανές της μπούκλες λυτές, μούσκεμα στον ιδρώτα, πλαισίωναν ένα κάτωχρο, σχεδόν νεκρικό πρόσωπο, με μάτια σκοτεινά, στραγγισμένα από θέληση για ζωή. Ούτε στιγμή δεν έλειψαν από δίπλα της μέχρι να γιάνει η ψυχή της και να στυλωθεί στα πόδια της. Της στάθηκαν περισσότερο από φίλες. Της στάθηκαν σαν αδερφές. Βλέπετε, όταν ο πατέρας μάς γυρνούσε την πλάτη, το χωριό μάς άνοιγε την αγκαλιά του.

Εδώ και τρείς ώρες είμαι στο τιμόνι. Μόλις διέσχισα τη γέφυρα που έχτισε ο πατέρας. Στο χωριό πηγαίνω να παραστώ στα εγκαίνια του λαογραφικού μουσείου. Ο πρόεδρος με ενημέρωσε ότι ένα τμήμα του είναι αφιερωμένο στη μητέρα μου. Ανυπομονώ να δω το πιάνο της κι ασπρόμαυρες φωτογραφίες εποχής. Η μητέρα έζησε χρόνια στην επαρχία ως δασκάλα πιάνου και μουσικής. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του πολιτιστικού συλλόγου, οργάνωσε χορωδίες και έστησε μουσικές παραστάσεις.

Από τους νεότερους στο χωριό κανείς πλέον δεν τη θυμάται ως την κυρία μηχανικού αλλά ως τη χαμογελαστή κυρία της μουσικής με τα πελώρια, θλιμμένα μάτια…

Σκίτσο: Κατερίνα Βραζιτούλη


Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 74

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 και μεγάλωσε στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού και εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη φύση, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

1 comment