«Δίκερη μήτρα», της είπε ο γιατρός στην πρωτεύουσα. Τόσες ώρες ταξίδι από το νησί με τον σκυλοπνίχτη για να μάθει ότι εκεί που στις άλλες γυναίκες φωλιάζει η ζωή σ’ αυτήν καραδοκεί ο θάνατος. Πέντε εγκυμοσύνες, πέντε αποβολές. Τρία αγόρια, δύο κορίτσια. Οι γιοι της και οι κόρες της.
Αν είχε γεννήσει τα παιδιά της θα ήταν αλλιώς. Το λάδι δεν θα ‘σωνε στο καντήλι της, φρέσκα λουλούδια θα γεύονταν δροσερό νερό στο μαρμάρινο βάζο, ο τόπος θα ευωδίαζε θυμίαμα! Όμως είναι κάποιες μέρες τώρα που κάτι έχει αλλάξει. Την λευκή μαρμάρινη πλάκα δεν τη λερώνουν πια τα πουλιά αλλά την ζεσταίνουν κορμάκια παιδικά. Παιδικές φωνούλες διέκοψαν τον ύπνο της. Αν δεν ήταν τόσο στενά μέσα στο κιβούρι της και μπορούσε να ανοίξει τα σταυρωμένα πάνω στο στήθος της χέρια η αγκαλιά της θα γέμιζε παιδιά. Κάθε βράδυ τα κανακεύει, τα νανουρίζει ψιθυρίζοντας λόγια τρυφερά για να διώξει μακριά τους εφιάλτες και να στεγνώσει τα δάκρυα τα παιδικά. Τι κι αν δεν καταλαβαίνουν τη λαλιά της; Μήπως η αγάπη της μάνας έχει ανάγκη από λαλιά;
Γιατί αυτή, η στέρφα του χωριού έγινε επιτέλους μάνα. Όχι για τα δικά της τα αγέννητα. Αλλά για τα παιδιά του κόσμου όλου!






