(παραμύθι της ιταλικής λαϊκής προφορικής παράδοσης από τη Γένοβα, από την συλλογή παραμυθιών του Ίταλο Καλβίνο Fiabe italiane)
Συλλογική μετάφραση (σε αλφαβητική σειρά): Λαμπρινή Αναγιάννη, Ειρήνη Βαρβάκη, Αθηνά Βεκρή, Παρθένα Ηλιάδου, Όλγα Καρκανεβάτου, Κώστας Παπακωνταντίνου, Ηλίας Σπυριδωνίδης, Μαργαρίτα Στασινού
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκιπας με αμύθητα πλούτη σαν τον Κροίσο. Του ήρθε η επιθυμία να χτίσει ένα παλάτι, ακριβώς απέναντι από εκείνο του βασιλιά, αλλά ακόμη πιο όμορφο. Όταν τελείωσε το παλάτι, έβαλε να γράψουν στην πρόσοψη αυτή τη φράση: Με τα λεφτά όλα γίνονται.
Ο βασιλιάς βγήκε, είδε τη φράση και τη διάβασε. Κάλεσε αμέσως τον πρίγκιπα, που, καθώς ήταν καινούριος στην πόλη, δεν είχε παρουσιαστεί ακόμη στην Αυλή.
— Μπράβο, του είπε, έχτισες ένα παλάτι που είναι θαυμάσιο. Μπροστά του, το δικό μου μοιάζει καλύβα! Μπράβο· και πες μου, εσύ έβαλες να γράψουν πως με τα λεφτά όλα γίνονται;
Ο πρίγκιπας άρχισε να καταλαβαίνει πως ίσως είχε φανεί υπερβολικά φιλόδοξος.
— Μάλιστα, Μεγαλειότατε, απάντησε, αλλά αν δεν αρέσει στην μεγαλειότητά σας θα την αφαιρέσω…
— Όχι, δεν ζητώ κάτι τέτοιο· ήθελα να ακούσω από σένα τι εννοείς με αυτή την επιγραφή. Πιστεύεις πως, με τα χρήματά σου, θα μπορούσες να με βγάλεις από τη μέση;
Ο πρίγκιπας κατάλαβε πως τα πράγματα εξελίσσονταν άσχημα γι’αυτόν.
— Ω, Μεγαλειότατε, συγχωρήστε με… Θα βάλω αμέσως να σβήσουν την επιγραφή! Κι αν δεν σας αρέσει το παλάτι, πείτε το μου και θα το γκρεμίσω όλο.
— Και εγώ σου λέω όχι… άφησέ το όπως είναι. Όμως, αφού λες πως με τα λεφτά μπορείς να κάνεις τα πάντα, απόδειξέ το μου. Σου δίνω τρεις μέρες διορία για να καταφέρεις να μιλήσεις με την κόρη μου. Αν καταφέρεις να το κάνεις, καλώς, θα την παντρευτείς… Αν όχι, θα βάλω να σε αποκεφαλίσουν. Είμαστε σύμφωνοι;
Ο πρίγκιπας έπεσε σε απελπισία· δεν έτρωγε πια, δεν έπινε, δεν κοιμόταν· το μόνο που σκεφτόταν, μέρα νύχτα, ήταν πώς να σώσει το τομάρι του. Τη δεύτερη μέρα, βέβαιος πια πως δεν θα τα κατάφερνε, αποφάσισε να κάνει τη διαθήκη του. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα: την κόρη του βασιλιά την είχαν κλείσει σε ένα κάστρο, με εκατό φρουρούς. Ο πρίγκιπας, χλωμός και απελπισμένος έγινε κουρέλι και έπεσε να πεθάνει έχοντας αποδεχθεί τη μοίρα του.
Ήρθε να τον βρει η παραμάνα του, μια γριούλα που τον είχε θηλάσει όταν ήταν μωρό και που αυτός την κρατούσε ακόμη στην υπηρεσία του. Βλέποντάς τον έτσι κομμένο, η γριά τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Με τα πολλά, αυτός της διηγήθηκε την ιστορία του.
— Και λοιπόν; λέει η παραμάνα. Θα τα παρατήσεις; Θεωρείς τον εαυτό σου χαμένο; Ούτε για αστείο! Άστο πάνω μου!
Κούτσα κούτσα έτρεξε στον καλύτερο χρυσοχόο της πόλης και του παρήγγειλε μια χήνα ολόκληρη από ασήμι, που να ανοιγοκλείνει το ράμφος της, μεγάλη όσο ένας άνθρωπος και κούφια από μέσα.
— Αύριο πρέπει να είναι έτοιμη.
— Αύριο; Είστε τρελή! φώναξε ο χρυσοχόος.
— Είπα αύριο! Και η γριούλα έβγαλε ένα πουγγί με χρυσά νομίσματα. — Σκεφτείτε το: αυτή είναι προκαταβολή· και αύριο, με την παράδοση, θα σας δώσω τα υπόλοιπα.
Ο χρυσοχόος έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
— Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε. Μπορούμε να δοκιμάσουμε.
Και την επόμενη μέρα η χήνα ήταν έτοιμη: ένα θαύμα!
Η γριά είπε στον πρίγκιπα:
— Πάρε το βιολί σου και μπες μέσα στη χήνα. Και μόλις βγούμε στον δρόμο, άρχισε να παίζεις.
Άρχισαν να γυρίζουν στην πόλη: η γριά έσερνε πίσω της την ασημένια χήνα με μια κορδέλα· ο πρίγκιπας μέσα έπαιζε βιολί. Ο κόσμος τους άνοιγε δρόμο με το στόμα ανοιχτό. Όλοι έτρεχαν να τη δουν. Η φήμη έφτασε ως το κάστρο όπου ήταν κλεισμένη η κόρη του βασιλιά, κι εκείνη ζήτησε από τον πατέρα της άδεια να δει το θέαμα.
Ο βασιλιάς είπε:
— Αύριο λήγει η διορία για εκείνον τον καυχησιάρη πρίγκιπα και τότε θα μπορείς να βγεις να δεις τη χήνα.
Αλλά η κόρη είχε ακούσει να λένε πως η γριά με τη χήνα την επομένη θα έφευγε από την πόλη· και τότε ο βασιλιάς έδωσε άδεια να φέρουν τη χήνα στο κάστρο για να μπορέσει η κόρη του να τη δει. Αυτό ακριβώς περίμενε η γριά.
Όταν η πριγκίπισσα έμεινε μόνη με την ασημένια χήνα, ενώ άκουγε μαγεμένη τη μουσική που έβγαινε από το ράμφος της, είδε ξαφνικά τη χήνα να ανοίγει και να πετάγεται έξω ένας άντρας.
— Μη φοβάστε, είπε ο άντρας. Είμαι ο πρίγκιπας που πρέπει να σας μιλήσει για να μην με αποκεφαλίσει ο πατέρας σας αύριο το πρωί. Μπορείτε να πείτε πως μου μιλήσατε και να με σώσετε.
Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς κάλεσε τον πρίγκιπα.
— Λοιπόν, σου χρησίμευσαν τα χρήματά σου για να μιλήσεις με την κόρη μου;
— Ναι, Μεγαλειότατε, απάντησε ο πρίγκιπας.
— Πως; Θέλεις να πεις πως της μίλησες;
— Ρωτήστε την.
Και η κόρη, όταν την κάλεσαν, είπε πως ο πρίγκιπας ήταν μέσα στην ασημένια χήνα που ο ίδιος ο βασιλιάς είχε στείλει στο κάστρο.
Τότε ο βασιλιάς έβγαλε το στέμμα από το κεφάλι του και το έβαλε στο κεφάλι του πρίγκιπα:
— Αυτό σημαίνει πως δεν έχεις μόνο χρήματα, αλλά και μυαλό ξουράφι! Να είσαι ευχαριστημένος· σου δίνω την κόρη μου για γυναίκα!






