Είμαστε ονειροπόλοι, μικροί λαμπτήρες, υπαίτιοι μιας φλόγας που φουντώνει. Από τα στενά, τσιμεντένια παράθυρα των διαμερισμάτων, κοιτάμε τη γκρίζα θαμπάδα και βλέπουμε αστέρια.
Η φασαρία των αυτοκινήτων, που τρυπώνει από τις κουρτίνες , γεμίζει τον χώρο με μια βία ηχητική.
Ρόδες, φωνές, κάποιος που ουρλιάζει για ένα κόκκινο φανάρι κι εμείς, σε ένα λευκό χαρτί, προσπαθούμε να στριμώξουμε δυο λέξεις, δύο χρώματα, δύο νότες.
Ο αέρας μυρίζει τσιμέντο.
Ο αέρας μυρίζει καπνό.
Ένα μαγειρευτό, που κάποιος ξέχασε και κάηκε. Μια τηλεόραση καλύπτει το κλάμα ενός νηπίου, το γέλιο ενός μωρού.
Είμαστε ονειρευτές.
Στο απέναντι μπαλκόνι ένας νέος στηρίζει το τσιγάρο στα χείλη του και κοιτάζει αγχωμένος το κενό. Στη δίπλα πολυκατοικία ένας γέρος κάνει τις ίδιες κινήσεις. Η εικόνα, απόδειξη των χρόνων που περνάνε.
Το απορριμματοφόρο κάνει στάση, μια κόρνα στοιχειώνει τα στυλό που κρατάμε.
Κενό.
Είμαστε ονειροβάτες, μέσα σε αυτήν τη γκρίζα ζούγκλα με τις ψεύτικες γλάστρες που σαπίζουν, επιλέγουμε να ανοίγουμε παράθυρα σε πλανήτες μακρινούς, να ταξιδεύουμε σε μέρη άπιαστα για το γυμνό μάτι. Να τραγουδάμε νότες που καλύπτουν τους θορύβους, να χρωματίζουμε σπίτια που δε σκότωσαν δέντρα για να γίνουν. Χαμογελάμε σε πρόσωπα που δεν υπάρχουν, μα υπάρχουν και χορεύουμε σε δρόμους με βροχές.
Είμαστε ποιητές, είμαστε ζωγράφοι.
Με τα παράθυρα ανοιχτά στη φασαρία που ορμάει βίαια να κλέψει την ιδέα, εμείς τραβάμε τις κλωστές και πλέκουμε ουτοπίες.
Είμαστε μουσικοί, γλύπτες, χορευτές. Στις φωνές των παιδιών που σχολάνε απ’ τα σχολεία, βάζουμε μελωδίες και γίνονται τραγούδια. Σβήνουμε τις μάσκες, τη δυσφορία, σβήνουμε τα μικρά μας κλουβιά, έστω και για μια μικρή στιγμή.
Είμαστε ονειροπόλοι, ονειρευτές και ονειροβάτες. Φτιάχνουμε στη γκρίζα ζούγκλα που ζούμε δρόμους για το νου να ανασάνει.
Αυτοί είμαστε.
Με τα παράθυρα ανοιχτά.
Βάζουμε χρώμα σε έναν κόσμο που τη φαντασία βάναυσα σκοτώνει






