ΓΡΑΦΕΙΝ

Νερό στη βάρκα!

Το μικρό αλεπουδάκι που ήρθε να με βρει στο Daglfing Ost κοντά στον ιππόδρομο περίμενε από εμένα κάτι που δεν είχα. Περίμενε κάτι πολύ απλό αλλά από τον λάθος άνθρωπο. Ναι, είναι αληθινή ιστορία.

Ήρθε και στάθηκε μπροστά από το λεωφορείο στο τέρμα της γραμμής 189 ένα όμορφο μικρό αλεπουδάκι. Με κοιτούσε και περίμενε. Φαινόταν πεινασμένο και ταλαιπωρημένο. «Μόλις κατέβω, θα φύγει» σκέφτηκα. Αλλά αυτό το άτιμο εκεί, στη θέση του.

Κατέβηκα και πλησίασα σε απόσταση που δεν θα το ενοχλούσα αλλά και δεν θα κινδύνευα. Ένα άγριο ζώο, όσο και να μου θύμιζε τη σχέση με τον λατρεμένο μου σκύλο, εάν αισθανόταν ότι απειλείται θα μπορούσε να αντιδράσει επιθετικά. Αυτό όμως επιδίωκε την επαφή. Κάθισα χαμηλά στα γόνατα και άρχισα πολύ ήρεμα να του μιλώ. Ζητούσε κάτι απλό που όμως δεν μπορούσα να του δώσω. Χρειαζόταν κάτι που βρίσκεται στον πάτο της λίστας των προτεραιοτήτων μου. Ζητούσε λίγο φαγητό. Τι απλούστερο; Λίγο φαγητό για να μπορέσει να  συνεχίσει το ταξίδι του.

Οι συνάδελφοι μου τρώνε στις βάρδιες τους. Οι κανονικοί άνθρωποι δηλαδή έχουν πάντα κάτι να μασουλίσουν έστω λίγο «να τους κρατήσει». Και αυτό είναι φυσιολογικό. Συνήθως βέβαια έχουν πολύ παραπάνω από αυτό το κάτι λίγο. Ολόκληρη πραμάτεια δηλαδή. Τα τάπερ ανοίγουν στο διάλειμμα, οι μυρωδιές ξεχύνονται και γεμίζουν τον χώρο, οι κουζίνες από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, ευωδιάζουν ή βρομοκοπούν ανάλογα την προέλευση αλλά και τον μάγειρα, τα μαχαιροπήρουνα παίρνουν φωτιά στα γρήγορα με λίγη σαλάτα στο πλάι, ίσως και ψωμί. Φυσιολογικά πράγματα και πάλι δηλαδή. Κι εγώ το ζώων στεγνός. Να μην έχω ούτε παξιμάδι γαμώτο. Και τώρα τι θα κάνω; Τι να βρω να του δώσω να φάει; Ο τούρκος με το σαντουιτσάδικο, κοντά στις ράγες του τρένου, έχει καιρό που έκλεισε, κι εγώ μια φορά σε μεγάλη ανάγκη που είχα φάει το μετάνιωσα πικρά, αλλά για το αλεπουδάκι θα ήταν βάλσαμο. «Πόσο μαλάκας είσαι που δεν έχεις τίποτα να του δώσεις» σκέφτηκα. Ορίστε τώρα, νηστικό θα μείνει επειδή είσαι κολληματάκιας. Τα τελευταία αρκετά χρόνια όλο και περισσότερο απορώ γιατί οι άνθρωποι έχουν τόσο έντονη σχέση με το φαγητό. Παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή τους. Καλύπτει ίσως την ανάγκη για εσωτερική πληρότητα που δεν μπορεί να καλυφθεί αλλιώς; Την ίδια ανάγκη που προσπαθώ να καλύψω κι εγώ αλλά με άλλους τρόπους; Δεν ξέρω. Παρακολουθώ μια σκέψη μόνιμη στην καθημερινότητα, στη δουλειά, στις διακοπές. Πότε θα φάμε; Τι θα φάμε; Πού θα φάμε; Πέρασε η ώρα, δεν πάμε για φαγητό; Ήταν καλό αυτό που φάγαμε;  Κι ενώ η αδελφή μου έχει δίκιο και μου περιγράφει επιχειρηματολογώντας: « Είσαι σοβαρός Σταυράκο μου; Όλα γύρω από ένα τραπέζι με φαγητό έχουν συμβεί. Στιγμές όμορφες, στιγμές άσχημες, μεγάλες αποφάσεις, όλα εκεί». Και το κατανοώ, αλλά για εμένα είναι περισσότερο διεκπεραίωση και ανάγκη που έχει τη στιγμή της μέσα στην ημέρα όπως όλες οι υπόλοιπες. Δεν το σκέφτομαι πριν αλλά ούτε και μετά. Τρώω, με την ησυχία μου, ότι τύχει να βρω που να τρώγεται. Το τελειώνω. Λήξις. «Και πώς; Δε θα φάμε γλυκό μετά; Και καφέ; Δεν θα πιούμε;» «Φέρε τα παγωτά και βάλε παιδάκι μου την καφετιέρα εκεί να γίνεται».

Δεν ξέρω… Μου είναι αδύνατο να αφιερώσω τόσο χρόνο και σκέψη στην τροφή και… μάλλον είναι φυσιολογικό που όλοι με βρίζουν από μέσα τους φαντάζομαι…

Και αφού έπιασα τα κακώς κείμενά μου, άλλο ένα μεγάλο μου κακό και ανωμαλία είναι ότι δεν μου αρέσει η τηλεόραση. Και μάλιστα μου προκαλεί έντονο στρες. Η  πίεση που ασκούν προκειμένου να τραβήξουν την προσοχή μου άνθρωποι άσχημοι, άδειοι και αφερέγγυοι, μακιγιαρισμένοι, ντυμένοι και φωτισμένοι ώστε να μοιάζουν όμορφοι, αξιόπιστοι και οικείοι. Αηδία μού προκαλούν. Και τα περισσότερα σήριαλ μου φαίνονται γελοία. Ρεσιτάλ ηθοποιίας από σωρεία ατάλαντων που παρελαύνουν με ύφος…

Απλά δεν θέλω να συμμετάσχω σε αυτό.

Για χρόνια όλοι με ρωτούσαν γιατί δεν φτιάχνω την χαλασμένη κεραία στην ταράτσα να μπορώ να δω λίγο τηλεόραση σαν άνθρωπος. Ήταν για εμένα η τέλεια αφορμή ώστε η τηλεόραση να παίζει με χιόνια και να μην βλέπουμε, αλλά… φαντάζομαι ότι όλοι με έβριζαν από μέσα τους και μάλλον αυτό είναι φυσιολογικό…

Με το ραδιόφωνο συνήθως τα πάω καλύτερα,

όμως ένα πρωινό κι ενώ ξύπνησα με την ησυχία μου, με ελαφριά jazz και χαλαρή αργεντίνικη bossa nova στο μυαλό μου, το ελληνικό ραδιοφωνάκι στην κουζίνα ήταν συντονισμένο όπως πάντα σε «άλλη συχνότητα». Έπαιζε μια κυρία που φώναζε «Νερό στη βάρκα – Νερό στη βάρκα». Μπαίνω μέσα λέω τι έγινε; Ποιο νερό; Ποια βάρκα; Τι συμβαίνει;  Κι εκείνη να συνεχίζει: «Ο έρωτας είναι νερό στη βάρκα, κι άμα γεμίσει νερό η βάρκα… να φωνάζει, να διαμαρτύρεται, να χτυπιέται  – Νερό στην βάρκα! Νερό στην βάρκα!» Και έμοιαζε και σαν ξενόγλωσσο, κάτι σαν ισπανικό μου ακουγόταν. Ήταν αδύνατο να το αντέξω κι ενώ ήμουν προετοιμασμένος να φτιάξω χαλαρά το εσπρεσάκι μου και να ξεκινήσω όμορφα την ημέρα μου, έφαγα τέτοιο σφυροκόπημα από το «Νερό στη βάρκα» που αισθάνθηκα ότι θα αρχίσει να τρέχει «αίμα από τα αυτιά μου». Επληροφορήθην βέβαια ότι επρόκειτο για μεγάλη επιτυχία και μάλιστα του ποιοτικού ρεπερτορίου, με μαζική απήχηση στο κοινό. Οπότε και το άκουσα αναγκαστικά μέχρι τέλους.

Ίσως ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών που εγώ δεν αντέχω ενώ άλλοι λατρεύουν να ακούν άρα… είναι φυσιολογικό που μάλλον οι περισσότεροι με βρίζουν από μέσα τους τώρα..

Κι όπως το μικρό αλεπουδάκι λοιπόν ήρθε να με βρει στο Dagfling Ost και περίμενε από εμένα κάτι που δεν είχα, έτσι νιώθω ότι περιμένουμε απογοητευμένοι να πάρουμε πράγματα που οι άλλοι δεν έχουν να μας δώσουν ή να δώσουμε πράγματα που οι άλλοι δεν χρειάζονται. Αντιλαμβάνομαι μεγαλώνοντας τους ψυχαναγκασμούς, ανακαλύπτω σιγά σιγά τις φοβίες μου, τις περίεργες συνήθειες, τη μοναχικότητά μου. Πρέπει όμως να προσπαθήσω να κατανοήσω και να αποδεχτώ τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά τουλάχιστον και των ανθρώπων που αγαπώ. Και μάλλον το κλειδί για να τα καταφέρω είναι να κατανοήσω βαθύτερα πρώτα τον εαυτό μου. Και αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Στο δικό μου σπίτι η τηλεόραση είναι μόνιμα ανοικτή και η ένταση της στο τέρμα. Το πιστεύετε; Το ραδιοφωνάκι παίζει κι αυτό πολύ δυνατά κάποιες φορές ταυτόχρονα με την ηλεκτρική σκούπα και την τηλεόραση και δεν συντονίζει ποτέ σε σταθμούς που μπορώ να ακούσω. Κι ενώ οι δικοί μου σταθμοί τού είναι επίσης αδιάφοροι και βαρετοί, εξακολουθεί να είναι εδώ, μαζί, τριάντα τρία χρόνια και συνεχίζει να παίζει κι ας ξέρει ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να πάω να πιαστούμε στο πλάι από τους ώμους και κυματίζοντας δεξιά – αριστερά να τραγουδήσουμε με μια φωνή «Νερό στη βάρκα! Νερό στην βάρκα!» Να το νιώσουμε και να το απογειώσουμε!

Α, και ξέχασα να σας πω. Και το αλεπουδάκι όταν κατάλαβε ότι εντέλει θα φύγει νηστικό σίγουρα θα με έβριζε από μέσα του και αυτό;

Χαχα!

Ναι είναι φυσιολογικό!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 59

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Σταύρος Μάλλιος

Ο Σταύρος είναι ένας καθημερινός άνθρωπος χωρίς εκπαίδευση στην συγγραφή και χωρίς ιδιαίτερες ακαδημαϊκές γνώσεις. Τα σύντομα διηγήματά του είναι συνήθως βιωματικά και αφορούν σε διάφορες περιόδους της ζωής του.

error: www.grafein.gr