Ύμνος στον Κλεομένη - Βάρβαροι - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Ύμνος στον Κλεομένη – Βάρβαροι

Ύμνος στον Κλεομένη

Πώς να σου πλέξω ο φτωχός, το δάφνινο στεφάνι
να πω το καλώς όρισες, στην άδεια μου καλύβα
φοβάμαι από κακοτεχνιά , μη λύπηση σου δώσω.
Συγχώρησε τα λάθη μου, κι όλες τις παραλείψεις
αδύναμος, δεν το μπορώ να σε ακολουθήσω.

Ξεχύνεσαι σαν χείμαρρος, μαστιγοφόρος Αίας
τα πτώματα και τη βρωμιά, σε βράχους τ’αποβράζεις,
να βγει ο ήλιος μάρτυρας, τους γύπες να καλέσει
τη δυσοσμία της ψευτιάς, καλά να καθαρίσουν…
Έπειτα σε βαθύρεμο, γκρεμό πετροχτυπιέσαι
αφρίζοντας και η οργή, τα στήθη σου, ανταριάζει.

Ξέρεις πως την πατρίδα σου, ΝΑΝΟΙ την διοικούνε
χαφιέδες και δωσίλογοι, Γραικύλοι, τυχοδιώκτες.
Ακούς τους θρήνους π’ αντηχούν, του πόνου το τσεκούρι
βλέπεις διωγμούς κατατρεγμούς, τ’ άδικο να χορεύει
όμως κανείς δε νοιάζεται, για τον χαμό του γένους.
ΟΙ τυμβωρύχοι έπιασαν δουλειά κι όλο ξεθάβουν
τα ιερά μας λείψανα και στα σκυλιά τα ρίχνουν.

Και συ σαστίζεις, έλεος! φωνάζεις μα κανένας,
οι ΝΑΝΟΙ σε βαφτίσανε σου κρέμασαν ταμπέλα.
-Βγάλ’ το σκασμό και μη μιλάς, για χάριν της «φιλίας»
κορώνες εθνικιστικές, εκθέτουν το λαό μας…

Ένα πλατύ χαμόγελο, το πρόσωπο φωτίζει
και η θλίψη αχνοκρέμεται, στην άκρη των ματιών σου.

Πολεμιστή που να σταθώ, τραγούδι να κεντήσω
την καταιγίδα της ψυχής, με ξόρκια να δαμάσω
σε πετρονυχτολούλουδο, το κουρασμένο σώμα
αύρες να τ’ αγκαλιάσουνε, ύπνο να του χαρίσουν
Άγριο άτι, κάλπαζε και κάτω απ’ τις οπλές σου
την ύβρη και την ατιμιά, διπλοσυνεθλιψέ τες.

Παρακαλώ σε, μια στιγμή το βλοσυρό σου βλέμμα
ρίξε στην έρμη Μάννα μας, την μαντιλοφορούσα
πόσα καρφιά στο σώμα της, έχουν με μίσος μπήξει
στα στήθη κοφτερά σπαθιά, άλυσο στο λαιμό της
μα όρθια στέκει αγέρωχη, μετράει τα παιδιά της.
Δεν της απόμειναν πολλά, ετούτο το γνωρίζει
τα σκόρπησαν στην ξενητειά, στις φυλακές του κόσμου…
Τα λίγα που απόμειναν, αφιόνι τα ποτίσαν
και της Ανάγκης έγιναν, άβουλα δουλικά της…

Διαφύλαξε όσο μπορείς, αιώνων θησαυρούς μας
τα μολυσμένα χέρια τους, απλώνουν να αρπάξουν.
Μονάχος, σαν τον Διγενή, κράτα όσο αντέχεις
και σαν θα έρθει η στιγμή, θανατηφόρας μάχης
βγάλε πολεμική κραυγή, κοντά σου θε να τρέξω
το θάνατο να μοιραστώ, λίγο πριν δύσει ο ήλιος…


ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Ήτανε λέει μια φορά, χιλιάδες χρόνια πίσω
μια Κόρη, αγγελόμορφος, γλυκύθυμος αηδόνα.
Την τραγουδούσαν στο Νοτιά, την ζήλευαν στη Δύση
στην μακρινή Ανατολή, Θεά, την προσκυνούσαν.

Ύμνους τα χείλη της σκορπούν, σιωπούν της γης τα όντα
και οι βράχοι θέση άλλαζαν, στο Θείο πρόσταγμά της.
Το μαρτυρούν τα πέρατα, οι θησαυροί που λάμπουν
σε μουχλιασμένες φυλακές, στου κόσμου τα σεντούκια.
Ωσάν υφάδι που κοσμεί, τις ομορφιές της πλάσης
με χρώματα κι αρώματα, με τις πνοές τ’ ανέμου…

Στήθηκε ο άνθρωπος ορθός, ένοιωσε τις δονήσεις
τις μουσικές ακολουθεί και όλο ξεμακραίνει
μπαίνει σε κόσμους αστρικούς, φωτίζεται η ψυχή του
γνωρίζει το ψιθύρισμα, κάλεσμα τ’ Αθανάτου…

Γονάτισαν στα πόδια της, βάρβαροι κι άλλοι τόσοι
πήρανε νάμα φωτεινό, να βλέπουν στα σκοτάδια
και η Κόρη όλο χάριζε κι όλο φεγγοβολούσε.
Μα ήρθαν χρόνια σκοτεινά, γκρεμίστηκε ο κόσμος
τις αλυσίδες ετοίμασαν, την άνοιξη καρφώσαν
σε βράχο απροσπέλαστο, σε σκοτεινό φαράγγι.

Και χάθηκε όλο το φως, μονάχα το λυχνάρι
της μνήμης αχνοέφεγγε, μην χαριστεί του ύπνου…
Το Σώμα γέμισε πληγές,« οι ξενιστές » εφθάσαν
αλύπητα ,αδιάντροπα μέρα την τεμαχίζουν
μ’ Αυτή τις νύχτες λούζεται, των αστεριών την λάμψη
νεφέλες την αλείφουνε μύρο των Αθανάτων
και λάμπει και μοσχοβολά και οι αλυσίδες τρίζουν…

Το σύνπαν συνωμότησε, την Κόρη λευτερώσαν
άνθισαν πάλι οι πασχαλιές, μύρισε το σκοτάδι
στήνει χορό ο «μέρμηγκας,» στου αλωνιού την άκρη.
Μα χρόνια την φθονούσανε, τους τύφλωνε το φως της
Φαρισαίοι και Γραμματικοί, βρήκαν την ευκαιρία
να καθαρίσουν τις πληγές, τι τάχα κινδυνεύει…
Σκληρόκαρδοι και Άμουσοι, ομού αποφασίσαν
η Κόρη είναι άρρωστη, πρέπει να την «γιατρέψουν».

Ήταν η ώρα δ ώ δ ε κ α, μεσάνυχτα και κάτι
τότε που βγαίνουν οι σκιές, κι ουρλιάζουν τα τσακάλια…

-Άθλιοι… δεν γνωρίζετε, τη Θεϊκή γενιά της;
Ότι κι αν αφαιρέσετε, όσο κι αν την μισείτε
στο τέλος ομορφότερη, θα βγει να το θυμάστε…

Χωρίς να χάσουνε λεπτό, την βάλαν χειρουργείο
δίχως ντροπή και ενδοιασμούς, αρχίσανε να κόβουν…
Βιάζονται ν’ αφαιρέσουνε ,τα όμορφα στολίδια
βγάζουν ήχους παράξενους στο φίλημα της Αύρας
σαν αηδονιού μινύρισμα, βροχής κουβεντολόι.

Στο μάτι πρώτο έβαλαν, της Κόρης το χτενάκι
αφού σημάδι ύποπτο, στα μάτια τους φαντάζει.
Υποδιαστολή το φώναζαν, ουφ το καταραμένο
τώρα απαλλαχτήκανε, δεν θα τους βασανίζει.

Έπειτα προχωρήσανε, λιγάκι παραπάνω
στης κεφαλής το τριχωτό, βαθιά τομή χαράξαν
έτοιμοι ν’ αφαιρέσουνε, το μαγεμένο σκούφο…
Εκεί εμισοξύπνησε, η ζηλεμένη Κόρη:

«Παρακαλώ σας άνθρωποι μη με ταλαιπωρείτε.
Το σκούφο μη μου παίρνετε, αυτός με προστατεύει
από τ’ αγιάζι του βοριά και τη φωτιά του ήλιου.
Σας…» τ’ αφιόνι δυναμώσανε, Κόρη ξανακοιμήθη.

Βρίζοντας αφαιρέσανε, τον όμορφό της σκούφο…
«Γεμάτη μελανώματα είσαι ευλογημένη
θα μολυνθούνε τα παιδιά και συ θε να πεθάνεις…
Κοιμήσου και ησύχασε, ξέρουμε τη δουλειά μας».
Σίγουρα ξέρουνε καλά, ποιο είναι το καλό μας
κυκλοφορούν πάνω στη γη, πάντα μ’ ένα νυστέρι.

Κουράγιο Αγανοβλέφαρη, δεν τέλειωσαν ακόμη,
περισπωμένη άτυχη, έτσι έλεγαν «το σκούφο»
τους μαθητές βασάνιζε, μ’ αναίδεια περίσσια
αυτό ήταν το αμάρτημα και η κατηγορία…

Τάχιστα προχωρήσανε, το ληστρικό τους έργο
ξέχασαν τα προσχήματα, τώρα συγκεκριμένα
αναζητούν απ’ την αρχή, τα δίδυμα μικρούλια,
γλυκά είναι πανέμορφα, μοιάζουν χαμογελάκια…
Τα εντόπισαν δεν άργησαν, με μιας τα πετσοκόψαν…
Το ένα το ρίξαν στην πυρά, τ’ άλλο με επιδέσμους
τυλίξανε και πέταξαν, σε κάδο αποβλήτων…

Μεγάλο είναι αμάρτημα, δίδυμα να χωρίζεις,
Ψιλή, δασεία, γελαστά της Κόρης αγγελούδια.
Ακόμα δε χορτάσανε, συνέχισαν να κόβουν
Βαρεία αφαιρέσανε, μολύβι στο στομάχι
Τους κάθεται κάθε φορά και χώνεψη δεν έχουν…
Ψαχούλεψαν στα βιαστικά, τους κυνηγά ο χρόνος
λίγα τους μείναν ευτυχώς, τα μελανά σημεία.

Τάχιστα με ακρίβεια, αφού τα καθαρίσαν
έκλεισαν όλες τις τομές, συγχάρηκαν αλλήλους
και τις σαμπάνιες άνοιξαν, τη νίκη να γιορτάσουν…
Χαίρονται γιατί μπόρεσαν, στην Κόρη των χρωμάτων
«Αναπηρία» μόνιμη, στο σώμα της να δώσουν.

Βάρβαροι και ξεδιάντροποι,τις τύχες μας ορίζουν
πάνω σε έδρανα Βουλής, Σχολεία, Πρυτανεία.
Τους συναντάμε σε γιορτές, σε στρογγυλά τραπέζια
αστράφτουν μεγαλοπρεπείς, δύσκολα τους διακρίνεις
εκτός αν ρίξεις κόκαλο, βοδιού ανάμεσά τους
θ’ ακούσεις τα γρυλίσματα, θα τους αναγνωρίσεις…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 5

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Τάκις Τζίβας

Γεννήθηκε στο Θάνα Αρκαδίας. Γόνος πολύτεκνης οικογένειας. Στα 18 του χρόνια ξενητεύθηκε στην μακρινή Αυστραλία για μια καλλίτερη ζωή. Εργάστηκε πολύ σκληρά κάτω από αντίξοες συνθήκες, πολύ γρήγορα κατάλαβε την ματαιότητα της ζωής του μετανάστη. Εκεί συνέγραψε το πρώτο του έργο "Ξενητειά το γλυκό δηλητήριο".
Έζησε για 14 χρόνια περίπου στην Αυστραλία. Παντρεμένος με την εκλεκτή της καρδιάς του Δήμητρα, απέκτησαν δύο λατρεμένα παιδιά και σήμερα ζει και δημιουργεί στην Τρίπολη. Αγαπημένο του άθλημα είναι το Σκάκι, έχει διατελέσει δάσκαλος σε μικρές ηλικίες για την εκμάθηση του σπουδαίου αυτού αθλήματος. Μέλος των Αρκάδων λογοτεχνών έχει εκδώσει πέντε έργα και μερικές δεκάδες στίχους - τραγούδια.
Βιβλιογραφία: Ξενητειά, Ανθηδών, Δροσοφίλημα. Σπουδή στο σκάκι, Σκιές.