Από τότε που έχασε τη μάνα, κανείς δεν τον είχε δει να χαμογελάει. Μόνο δούλευε, δούλευε, δούλευε, όπου μπορούσε, όπου έβρισκε, με πρόσωπο πάντα ανέκφραστο.
Πόσα και πόσα μάτια δεν γέμιζαν δάκρυα, σαν τον αντίκριζαν πάνω σε τρακτέρ και καρότσες, ένα κουβαράκι, πλάι στο τσούρμο των γεροδεμένων αγροτών.
Πόσες και πόσες καρδιές δεν σπάραζαν, σαν τον αντίκριζαν να κόβει χόρτα σε αυλές, να ξεβρομίζει αποθήκες και στάβλους, να κάνει θελήματα για πενταροδεκάρες, την ώρα που οι συνομήλικοί του έπαιζαν στις αλάνες του χωριού.
«Τα δύσκολα πέρασαν» σκέφτηκαν οι περισσότεροι, όταν έμαθαν πως τελείωσε το γυμνάσιο. Και τι σημασία είχε που βγήκε με άριστα; Εδώ άλλοι κι άλλοι με χρήμα, με πλάτες πίσω τους και δεν κατάφερναν να συνεχίσουν.
Ο Δημήτρης δεν τα παράτησε. Υπήρχαν στιγμές που τα λόγια του κόσμου τον αποθάρρυναν. Τα εμπόδια ήταν περισσότερα απ’ όσα υπολόγιζε. Τελικά όμως η επιμονή κι η υπομονή του τον δικαίωσαν. Το φθινόπωρο θα φοιτούσε στην τρίτη λυκείου. Θα έδινε εισαγωγικές εξετάσεις. Θα έμπαινε στο πανεπιστήμιο. Θα σπούδαζε. Αυτή ήταν άλλωστε και η τελευταία επιθυμία της μακαρίτισσας. «Το παιδί. Μην αφήσεις το παιδί να παρατήσει τα γράμματα. Να σπουδάσει. Να γίνει χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία, να τον κοιτάζω από ψηλά και να καμαρώνω».
Πού να ήξερε η έρμη πως το αγοράκι της ήταν τώρα μάνα και πατέρας όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τον Αντρέα.
Πού να φανταζόταν πως μετά τον θάνατό της, ο άντρας της -εκείνος ο τόσο αξιοπρεπής κι εργατικός άντρας- θα γινόταν ο πιο τακτικός θαμώνας του καπηλειού. Για δουλειά ούτε συζήτηση. Για ένα διάστημα έτρωγε απ’ τα έτοιμα. Μετά, ας ήταν καλά ο γιος του. Άξιο παλικαράκι, ζωή να ‘χε. Στην υγειά του Δημήτρη του έπινε πάντα. Κι ας πλήρωνε τα τσίπουρα με τον ιδρώτα του παιδιού.
Η σχολική χρονιά ξεκίνησε με δυσκολίες. Έπρεπε να διαβάζει περισσότερο. Περιθώρια για φροντιστήρια δεν υπήρχαν. Τα μεροκάματα περιορίστηκαν. Ευτυχώς είχε καταφέρει να κρύψει μερικά χρήματα, για ώρα ανάγκης.
Φέτος βέβαια ήταν και κάτι άλλο που τον δυσκόλευε να συγκεντρωθεί στα μαθήματά. Γράφτηκε στο σχολείο τους τον Οκτώβριο κι απ’ τη μέρα που την είδε, δεν έβγαινε από το μυαλό του. Μυρτώ την έλεγαν. Τι όμορφο όνομα! Μ υ ρ τ ώ…
Δεν είχε τύχει να μιλήσουν μέχρι τη στιγμή που ο κύριος Παρασκευόπουλος διάβασε την εργασία του για την τετραλογία του Μέλιου. Η αγάπη για τη λογοτεχνία τούς ένωσε. Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται πιο κοντά, να κάνουν παρέα, να μοιράζονται τις έγνοιες και τους προβληματισμούς τους. Να κουβεντιάζουν για όσο ονειρεύονταν.
«Μου θυμίζεις τόσο τον Μέλιο…» του έλεγε.
Του άφηνε σημειώματα και ραβασάκια.
Γέμιζε τα τετράδιά της με στίχους και ποιήματα.
Για πρώτη φορά στη ζωή του πίστεψε ότι έχει κι αυτός το δικαίωμα να χαμογελάει πού και πού. Μέχρι εκείνο το μαύρο πρωινό…
Το ημερολόγιο έδειχνε είκοσι πέντε Απριλίου. Έκλεινε τα δεκαοχτώ. Φόρεσε το καλό του τζιν, μαύρο μπλουζάκι και τα ολοκαίνουργια αθλητικά του. Έβαλε λίγο τζελ στα μαλλιά και κοίταξε στον καθρέφτη. Είχε ψηλώσει κι άλλο και το σώμα του ήταν γεροδεμένο. Το μουσάκι που άφησε τον έκανε να μοιάζει μεγαλύτερος. Ήταν ωραίο παλικάρι και το ήξερε. Σε λίγη ώρα θα έβγαινε με τη Μυρτώ του. Στη σκέψη της η καρδιά του σκίρτησε. Σπάνια κατάφερναν να βρεθούν εκτός σχολείου. Μια οι δουλειές που εξακολουθούσε να αναλαμβάνει, μια τα διαβάσματα, φαινόταν ακατόρθωτο να το κανονίσουν. Αυτή την Κυριακή κατάφεραν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο, τα βόλεψε και κείνη με τους γονείς της, θα πήγαιναν στη γειτονική πόλη, για φαγητό και καφέ.
Τα δυνατά ροχαλητά που ακούστηκαν απ’ το μέσα δωμάτιο δεν στάθηκαν ικανά να του χαλάσουν τη διάθεση. Ήταν ενήλικας πλέον, σε λίγο καιρό θα ήταν φοιτητής, είχε το πιο όμορφο και το πιο καλόκαρδο κορίτσι του κόσμου, την υγειά του, τα νιάτα του, τι άλλο να ζητούσε; Από παιδάκι πάλευε ολομόναχος και τα είχε καταφέρει, τι θα μπορούσε να τον φοβίσει από δω και πέρα;
Πού να ήξερε…
Καθώς μπήκε στην κουζίνα να πάρει ένα μπουκαλάκι νερό, το μάτι του έπεσε σε δυο-τρία τσαλακωμένα χαρτιά που βρίσκονταν πάνω στο ετοιμόρροπο τραπέζι. Δεν θυμόταν να είχε αφήσει κάτι εκεί το βράδυ. Παραξενεύτηκε. Τις δυσοίωνες σκέψεις διέκοψε ο ήχος απ’ το κινητό. Ήταν η Μυρτώ. Τον περίμενε στα ΚΤΕΛ.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο, πήρε το τσαντάκι του κι έλεγξε αν είχε μέσα ό,τι χρειαζόταν. Χρήματα υπήρχαν αρκετά. Μια φορά όμως γίνεται κανείς δεκαοχτώ. Δεν έβλαπτε να το έριχνε για λίγο έξω κι εκείνος. Σ’ έναν μήνα τελείωνε το σχολείο. Θα δούλευε σκληρά όλο το καλοκαίρι.
Όταν σιγουρεύτηκε πως ο πατέρας κοιμόταν ακόμα, πήγε στην κρυψώνα. Στο αγαπημένο του βιβλίο. Είχε σκάψει μια μικρή υποδοχή στο οπισθόφυλλο κι εκεί, μέσα σ’ ένα φακελάκι, φυλούσε το κομπόδεμά του. Ως εκείνη τη στιγμή, δεν χρειάστηκε να το πειράξει. Όλο και κάποια έκτακτη δουλειά αναλάμβανε και, με καλό προγραμματισμό και οικονομία, τα έβγαζε πέρα.
Το βιβλίο τού έπεσε απ’ τα χέρια. Δεν ήταν δυνατόν! Το σήκωσε και ξανακοίταξε το φακελάκι. Ήταν άδειο. Έψαξε μία μία τις σελίδες. Τίποτα. Το κοπάνησε με δύναμη στο πάτωμα.
«Τι φασαρία είναι αυτή πρωινιάτικα, ρε Δημητράκη;»
Του ερχόταν να πάει από κει, να τον πιάσει από τον λαιμό και να τον πνίξει. Τόσα χρόνια ανεχόταν τον αλκοολισμό, τα ρεζιλίκια, την αδιαφορία του, τις ειρωνείες του κόσμου. Ποτέ δεν του έλεγε κάτι για τα λεφτά που ξόδευε, για τους λογαριασμούς που άφηνε απλήρωτους. Ποτέ δεν του μιλούσε για τους αγώνες που έδινε. Ίσα ίσα, τον άφηνε να ζει στον κόσμο του. Τον συμπονούσε. Ήξερε πόση αδυναμία είχε στη μάνα. Έβλεπε πως από τότε που την έχασε, έχασε και τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Αλλά αυτό; Αυτό ξεπερνούσε πια κάθε όριο!
«Πάρτα από δω κι αυτά τα κωλόχαρτα. Εξώδικα και κατασχέσεις και σκατά. Ελάτε αν σας βαστάει. Κοπιάστε και θα δείτε τι θα πάρετε».
Ο Δημήτρης κοκάλωσε. Του πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει αυτό που άκουγε.
«Τι είπες;»
Άνοιξε τα τσαλακωμένα χαρτιά ένα ένα.
Εξώδικα με περασμένες ημερομηνίες κι ένα έγγραφο πιο πρόσφατο, που έκανε λόγο για κατάσχεση του σπιτιού.
Άρπαξε την μπίρα από τα χέρια του και την εκσφενδόνισε στα σαρακοφαγωμένα ντουλάπια. Το περιεχόμενό της τα πασάλειψε κι άρχισε να στάζει στο πάτωμα.
Πρώτη φορά οι γείτονες άκουγαν τον Δημήτρη να φωνάζει έτσι. Τόσα χρόνια απορούσαν όλοι με την υπομονή του παιδιού. Κάποια στιγμή κοπάνησε την πόρτα κι έφυγε τρέχοντας.
Όταν τον είδε, κατάλαβε αμέσως πως κάτι άσχημο συνέβαινε. Στο τσακ πρόλαβαν το λεωφορείο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής δεν αντάλλαξαν λέξη. Δεν τον πίεσε να της μιλήσει. Πάσχιζε μόνο με το μικρό της χεράκι να ηρεμήσει το δικό του, που έτρεμε.
Έφτασαν στον προορισμό τους και κάθισαν σ’ ένα απόμερο καφέ. Εκεί της τα εξήγησε όλα. Έτσι κι αλλιώς απ’ την αρχή δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσά τους.
Τα λόγια της τον καθησύχασαν. Ξαλάφρωσε κάπως. Ίσως προλάβαιναν να κάνουν διακανονισμό με την τράπεζα. Στον έναν μήνα που έμενε ως τις εξετάσεις, θα βοηθούσε κι εκείνη. Το χαρτζιλίκι της δεν ήταν σπουδαίο, η θεία όμως της είχε αδυναμία. Γνώριζε για τον Δημήτρη και τον συμπαθούσε. Θα τους στήριζε σε ό,τι χρειάζονταν. Κι όταν με το καλό τελείωναν οι Πανελλήνιες, θα δούλευε και θα ξανακέρδιζε ό,τι είχε χάσει. Μετά κάπως θα τα βόλευε στη φοιτητική εστία. Άλλωστε τις περισσότερες μέρες θα τις περνούσε στο σπίτι που της είχαν αφήσει οι παππούδες της.
Ήπιαν τον καφέ τους και λίγο πιο ήρεμοι, πήγαν για φαγητό. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ετοιμάζονταν να επιστρέψουν.
«Δημήτρη, αγόρι μου, έλα αμέσως. Ο πατέρας σου έπαθε εγκεφαλικό…».
Ακόμα κι η Μυρτώ του τον είχε ξεχάσει αυτές τις μέρες. Έναν χρόνο τώρα τον στήριζε με όλη της την ψυχή. Τελευταία είχε εξαφανιστεί. Είχε κι εκείνη τα τρεξίματά της. Εργασίες, εξεταστική. Δεν περίμενε όμως να τον αφήσει ολομόναχο μια τόσο σημαντική μέρα. Δεν είχε την απαίτηση να ‘ρθει, μα ένα τηλεφώνημα μπορούσε να κάνει. Ν’ αφήσει ένα μήνυμα. Να δώσει ένα σημείο ζωής.
Τα γόνατά του έτρεμαν από αγωνία. Σε λίγο θα ανακοινώνονταν οι βαθμοί.
Όταν πέθανε ο πατέρας, κανείς δεν ήξερε πώς να του φερθεί. Ούτε κι ο ίδιος ήξερε πώς θα κατάφερνε να συνεχίσει τη ζωή του. Μέσα του πάλευαν οι τύψεις με την ανάγκη για επιβίωση, ο πόνος με τον φόβο για το μέλλον. Οι μέρες, οι βδομάδες περνούσαν χωρίς νόημα. Ποιος έτρεξε για το σπίτι, για τους λογαριασμούς, για τις εκκρεμότητες, δεν γνώριζε. Η περηφάνια νίκησε τελικά το πένθος. Η αξιοπρέπεια τον έκανε να σταθεί στα πόδια του. Οι εισαγωγικές εξετάσεις είχαν περάσει. Φυσικά δεν ήταν σε θέση να γράψει. Δειλά δειλά ξαναβγήκε για δουλειά. Μάζεψε τις δυνάμεις του. Κι αποφάσισε να ξαναπροσπαθήσει. Ευτυχώς δεν χρειαζόταν να ξαναφοιτήσει στο σχολείο. Έτσι είχε την ευκαιρία και να δουλεύει και να προετοιμάζεται.
Η ώρα είχε έρθει. Την περίπτωση της αποτυχίας δεν τη σκεφτόταν. Σίγουρα θα περνούσε σε κάποια σχολή. Το θέμα ήταν να περνούσε και στην πόλη που σπούδαζε εκείνη. Στη φιλολογία, που τόσο ονειρευόταν από πιτσιρίκι.
Κάθε λεπτό που περνούσε, μεγάλωνε την αγωνία του. Το στόμα του ήταν στεγνό. Το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν. Κάθισε και κάλεσε τη Μυρτώ. Τίποτα. Το τηλέφωνό της ήταν κλειστό.
Σηκώθηκε και πέταξε το κινητό στον καναπέ.
Η μπλούζα του ήταν μούσκεμα. Άλλαξε και βγήκε για λίγο στην αυλή.
Δώδεκα πολύχρωμα γράμματα χόρευαν πάνω σ’ ένα τεράστιο πανό.
«ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!»
Από πίσω διέκρινε γνώριμα πρόσωπα που κρατούσαν λουλούδια, μπαλόνια, γλυκά. Γείτονες, φίλους, συγχωριανούς. Πρώτη και καλύτερη εκείνη. Δίπλα της οι γονείς και η θεία της.
«Σχεδόν άριστα σε όλα τα μαθήματα!» φώναξε κι έπεσε στην αγκαλιά του.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Δικαιούσαι και να χαμογελάσεις, ξέρεις…» είπε και του ανακάτεψε τα μαλλιά.






