Όταν η άμμος είναι φωτιά και χρειάζεται να τρέξεις από την καυτή λάβα μέσα στο νερό, τα κύματα σε σαγηνεύουν. Σε παίρνουν από το χέρι και σε οδηγούν αλλού. Νιώθεις τον πνιγμό, αλλά και τη γαλήνη ταυτόχρονα, σαν να ανήκεις εκεί, κάτω από το νερό, όπου το οξυγόνο σπάει τα πνευμόνια σου. Η όρασή σου θολώνει αλλά δεν μπορείς να κλείσεις τα µάτια σου και έτσι τα πράγματα αλλάζουν. Οι άνθρωποι μοιράζονται το συναίσθημα, αλλά το συναίσθημα αλλιώς.
Το οξυγόνο σου έχει φτάσει στο όριό του, πρέπει να ανέβεις, εκεί όπου ο Ήλιος θα σε αγγίξει ξανά. Ακτίνες σε αγγίζουν, χαϊδεύουν το μαυρισμένο σου σώμα μεταφορτώνοντας μαργαριτάρια σε διαμάντια. Αλλά η απόφασή σου θα καθορίσει αν θα παραδοθείς στα κύματα, ή θα χορέψεις µε τις φλόγες.
Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να καεί. Να τρέξει πίσω στη μεγαλειότητα και να κρυφτεί κάτω απ’ τα κρύα σκεπάσματά της γυρίζοντας την πλάτη της στον ωκεανό. Τα συνήθως μεγάλα βήματά της περιορίζονται από την άμμο, τα πόδια της βυθίζονται μέσα στο κινούμενο έδαφος. Κάθε βήμα πιο βαθύ. Νιώθει άβολα, αφήνοντας τη γαλήνια μορφή πίσω της ρυθμίζοντας τα αυτιά της από αρμονία σε χάος.
Το πολυτελές ξενοδοχείο την κοιτάζει από πάνω καλωσορίζοντας μονάχα ανθρώπους µε άσπρα βραχιόλια. Με τη σειρά της κι εκείνη κοιτάζει κάτω από τον μαυρισμένο της καρπό που έρχεται σε αντίθεση µε το δικό της βραχιόλι και περνά την λεπτή γραμμή μεταξύ της απλής αμμουδιάς και του επιπόλαιου γλεντιού. Ξύλινες σκάλες την οδηγούν στην κεντρική σκηνή, γύρω από την πισίνα. Αναγνωρίζει τα πρόσωπα απέναντί της, μεθυσμένες σιλουέτες που χαμογελούν και κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν. Περνάει μέσα από το κοινό για να φτάσει στο πρωταγωνιστικό τραπέζι. Ο χρόνος είναι απαραίτητος για την προσαρμογή.
Όταν είσαι η νηφάλια μειονότητα και η μεθυσμένη πλειονότητα λαμβάνει μέρος σε Διονυσιακό χορό, μπορείς μονάχα να αρπάξεις το χέρι κάποιου και να ακολουθήσεις τον ρυθμό. Κι αυτό κάνει. Μπουκάλι τεκίλας στο ένα χέρι κι αλάτι απλωμένο στο άλλο. Ζώα γύρω ουρλιάζουν μέσα στα χρυσά κλουβιά τους και η πίεση αυξάνεται. Κλείνει τα µάτια της, εισπνέει το γνώριμο άρωμα του ποτού που την κάνει αυτόματα να ανατριχιάσει και πίνει. Πίνει και γλείφει το αλάτι από το χέρι της, συγκεντρωμένη στο φυσικό ξίνισμα που χαϊδεύει τη γλώσσα της.
Νεαροί και κοπέλες διψούν, είτε ψάχνουν παρτενέρ, είτε έχουν ήδη βρει. Φαίνονται όλοι τους αδύνατοι, απεγνωσμένοι να ικανοποιήσουν τις ανθρώπινες ανάγκες τους, ανίκανοι να συγκρατήσουν τον εαυτό τους. Νιώθει ένα χέρι να αγκαλιάζει τη μέση της και γυρίζει για να δει εκείνον. Ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος χορεύοντας σε αρμονία µε τη μουσική µε μοναδικό τρόπο. Δεν προσπαθεί. Απλώς κινείται.
Τα σώματά τους συγχρονίζονται, τώρα και τα δυο του χέρια πάνω στη μέση της. Τα µάτια του είναι καθηλωμένα πάνω της µα εκείνη δεν τον κοιτάει πίσω. Το συνειδητοποιεί. Υπεροψία το αγαπημένο της φόρεμα, αφού της πάει γάντι καλύπτοντας κάθε εκατοστό ανασφάλειας. Ανασφάλεια που γεννάται από απειρία σε φόβο. Βέβαιη για την προσωπικότητά της και αμελής µε το σώμα της, είναι άρχοντας της απάτης. Αλλά όταν προσωπικότητα και σώμα λαμβάνονται υπόψη, δίλημμα δημιουργείται.
Μα προσπαθεί και συναντά το ηλιόλουστο κοίταγμά του. Φωτιά στα µάτια του την τραβάει. Μετακινείται απαλά για να φτάσει τα χείλη της αλλά αυτή είναι πιο γρήγορη και αποφεύγει τη σύγκρουση. Αποδρά σαν παιδί και πλησιάζει τη φίλη της που είναι σίγουρα καλύτερη σε αυτό το παιχνίδι. Χορεύει μόνη της, μεθυσμένη από την ατμόσφαιρα, τσιγάρο στις άκρες των δαχτύλων της.
Πήγαινε, δίνει την επιβεβαίωση και αυτόματες αντιδράσεις ακολουθούν.
Λατινική μουσική την σπρώχνει πίσω στην πίστα του χορού μέσα στην αγκαλιά του, εκεί που θέλει να βρίσκεται. Την καλωσορίζει µε επιδέξιες στροφές φτάνοντας τα άκρα.
Τώρα κλίνει προς τον ξύλινο φράχτη κι αυτή κλίνει προς αυτόν. Σκύβει το κεφάλι του προς τα κάτω. Νιώθει τη φλογερή αναπνοή του και χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει θαλασσινό νερό χαϊδεύει τη γλώσσα της ξανά. Το οξυγόνο μειώνεται, είναι κάτω από τα κύματα. Μα δεν μπορεί να χαθεί. Σώμα και μυαλό λειτουργούν ταυτόχρονα, είναι συνειδητή για κάθε της κίνηση. Τα πόδια της φτάνουν µε ευκολία την άμμο και μπορούν να κρατήσουν αντίσταση στο ρεύμα. Αισθάνεται τα κύματα να σκάνε πάνω στο δέρμα της αλλά μέσα επικρατεί ηρεμία. Ανοίγει τα µάτια της και παρατηρεί το θολό περιβάλλον. Πρέπει να αναδυθεί, πνίγεται.
Συνειδητοποιεί πως διψάει ακόμα και πρέπει να ξαναβουτήξει. Αλλά δεν μπορεί να ξεδιψάσει, δεν έχει την ίδια γεύση. Το χέρι του μετακινείται χαμηλότερα, ξεπερνά τα επίπεδα της φούστας και συνεχίζει κάτω από το κόκκινο μαγιό. Οι κινήσεις του είναι καυτή άμμος που σε ακουμπά για λίγα λεπτά και σβήνει σταδιακά μέχρι να ξαναπατήσεις πάνω της.
«Φεύγουμε;» της ψιθυρίζει.
Αυθόρμητα τον ακολουθεί χωρίς τελικό στόχο στο νου της. Δεν θέλει να αναλύσει, δεν θέλει να είναι επιφυλακτική γιατί είναι ελεύθερη.
Κατεβαίνουν τις ξύλινες σκάλες καθώς ο Ήλιος κατεβαίνει τον ουρανό και φτάνουν στην παραλία που αλλάζει τώρα χρώματα. Αισθάνεται πιο οικεία αγγίζοντας το έδαφος µε τα γυμνά της πόδια. Πλησιάζοντας την ακρογιαλιά η άμμος βρέχεται, κάθε φορά που την γλείφει το κύμα δημιουργείται ένα ομοιόμορφο μείγμα. Αλλά αν σταθείς ακίνητος, θα παρατηρήσεις την μοναδικότητα του κάθε κόκκου. Μαζί αναμειγνύονται αρμονικά και φτιάχνουν έναν καφέ για τον οποίο θυσιάζουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Το µόνο που χρειάζονται είναι κάποιον να τα προσέξει, πριν τα διαλέξει και τα τραβήξει ο ωκεανός. Η μουσική χάνεται όταν η μελωδία της Θάλασσας κυριεύει ταξιδεύοντας την κοπέλα πίσω στο σπίτι της. Της τραγουδά υδάτινα μυστικά, μύθους για εξωτικά πλάσματα που δεν γνωρίζει. Όταν συναντιούνται οι δρόμοι τους κοιτάζονται, μοιράζονται τη γαλήνια σιωπή και συνεχίζουν το ταξίδι τους ξεχνώντας τον προορισμό τους.
Μέσα σε εκείνη τη στιγμή ξεχνά την παρουσία του μυρίζοντας την οικεία μείξη από αλάτι, νερό και καμένο λάδι.
«Από πού είσαι;» Η ερώτηση την ενοχλεί.
Γρήγορα, όμως, διώχνει τη σκέψη από το μυαλό της και υποστηρίζει τον ρόλο της. Είναι κάποια άλλη τώρα. Ένα βάρος φεύγει από πάνω της καθώς κοιτάει τον εαυτό της από έξω. Μοιράζονται βασικές και ανούσιες πληροφορίες μέχρι που φτάνουν στο ξενοδοχείο που μένει.
Η πόρτα κλείνει πίσω τους και τα χείλη του είναι καλά τοποθετημένα πάνω στα δικά της. Αμφισβητούσε τα φιλιά του στην αρχή αλλά τώρα τη μαγεύουν οδηγώντας την κατευθείαν στο δωμάτιό του. Είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του κι αυτός είναι από πάνω της κόβοντάς της την αναπνοή. Προσπαθεί να της βγάλει το ολόσωμο μαγιό µα εκείνη επεμβαίνει. Το κατεβάζει μέχρι το θώρακά της ορίζοντας εκεί τα όρια. Εκείνος είναι ήδη γυμνός αλλά εκείνη δεν μπορεί να εκθέσει τον εαυτό της µε αυτόν τον τρόπο. Η σεξουαλική επαφή είναι χρήσιμη προσφέροντας σωματική ευχαρίστηση και στα δύο άτομα. Αλλά η γύμνωση σημαίνει αποκάλυψη ψυχής, σαν εξομολόγηση του καλά θαμμένου παρελθόντος. Δεν το έχει κερδίσει.
Τα κύματα χαϊδεύουν το σώμα της, μετακινούνται από τα χείλη της στο στήθος της και γλείφουν απαλά την ακτή. Αλλά καθώς κατεβαίνει, η παλίρροια γίνεται επιθετική και μετατρέπεται σε επικίνδυνη θύελλα. Τα πόδια της γύρω από το λαιμό του όπου η σιωπή είναι εκκωφαντική. Τα δάχτυλά της περιπλέκονται στα µαλιά του, το στόμα του πίσω στο δικό της. Οι βαριές τους αναπνοές ψάχνουν απεγνωσμένα για αέρα. Γρήγορες κινήσεις σχηματίζουν σταγόνες ιδρώτα πάνω στα σώματά τους κάνοντας κάθε φιλί πιο αλμυρό. Η θύελλα μεταφορτώνεται σε ανεξέλεγκτο τυφώνα. Δυναμικά καταρρίπτει τα τείχη που γίνονται πιο αδύναμα µε κάθε σύγκρουση ρίχνοντας βράχια στα άδυτα της λίμνης.
Εν τέλει, ο τυφώνας διαλύει τα πέτρινα εμπόδια. Το νερό επιταχύνει κι εκείνη νιώθει την πίεση ασφυκτικά. Καθώς πνίγεται, ο πόνος τη νικά. Αλλά η απόλαυση τη σαγηνεύει. Η ταχύτητα του νερού είναι απεριόριστη, τρέχει παράλληλα µε το φως, αρχίζει και βράζει παράγοντας θερμή λάβα. Λάβα σκορπάει παντού και γεμίζει κάθε γωνιά. Καίγεται και καίγεται και καίγεται μέχρι που ο μικρόκοσμος τυλίγεται σε φλόγες.
Τον σπρώχνει απαλά από πάνω της, φτιάχνει το μαγιό της και λέει αντίο. Πριν μιλήσει ή κουνηθεί, εκείνη αφήνει το δωμάτιο και αποδρά από το ξενοδοχείο. Βγαίνει έξω και ακούει τη μελωδία που την καλεί. Η παραλία είναι έρημη και το σκοτάδι της έχει γίνει ένα µε τον ουρανό. Το φεγγαρόφωτο τώρα αντανακλά πάνω στης Θάλασσας την επιφάνεια. Κοιτάει πάνω και παρατηρεί χιλιάδες µακρινούς Ήλιους που λάμπουν αιώνια περιμένοντας το σκοτάδι για να εμφανιστούν. Εδώ, μακριά από τα φώτα της πόλης, μπορεί να τους δει. Τρέχει στον ωκεανό, παίρνει µια βαθιά αναπνοή και μπαίνει μέσα.
Εκεί που όλα σταματούν και που οι αναμνήσεις γίνονται και πάλι καυτές, εκεί δημιουργούν ένα πλέγμα απελευθέρωσης.






