Εσένα, δε σου πρέπουνε τα λόγια,
τα πλείστα, τα πολλά τα χωματένια
φτιαγμένη είσαι από φωτιά, αύρα γοργοδρομούσα
κραυγή, στίλβη μαρμαρυγής, έρωτας Μακιαβέλλης…
Γονατιστός προσκυνητής, στις πύλες της αβύσσου
θα μείνω να αξιωθώ, βοριάδες να θερίσω
που κουβαλούν στα στήθη σου, τους παγερούς χειμώνες…
Σε μονοπάτια απάτητα, σέρνεις τα βήματά σου
απ’ τις κραυγές να λυτρωθείς, των μαγεμένων ίσκιων…
Σε πνίγουνε τα γήινα, τα ποταπά, τα φαύλα
και ξεμακραίνεις, χάνεσαι, σαν το αγριοπούλι
τ’ αλαργινό που η συννεφιά, είναι το σπιτικό του
και καρτερεί το ταίρι του, στην άνεμοφωλιά του…
Πουλάκι, είναι τα ψηλά για εκλεκτούς, για λίγους·
τρομάζουνε την άβυσσο, ίλιγγο το θανάτου.
Πώς να σου πλέξω τα μαλλιά, με Ζέφυρου πετράδια
στολίδια ακριβοθώρητα, τα κουβαλούν οι αύρες
δώρα στις νεραϊδόμορφες, τις γαϊτανοφρυδούσες.
Η Λύτρωση μες στη φωτιά, και στάχτες η αμοιβή σου.
Δεν ήρθες για να γιατρευτείς, παρά για να γιατρέψεις…
Αθάνατη δροσοπηγή, ζητά το φίλημά σου
Να σου χαρίσει τη φωτιά, τ’ αγρίμια να δαμάσεις
κι όταν το χείλος του γκρεμού, τα μάτια σου αντικρύσουν
να μη διστάσεις να γευτείς, θανατερό βοτάνι…
Ευλογημένη μοναξιά, όταν ακούς τους ήχους,
τα σκουριασμένα σίδερα, της φυλακής που σπάνε,
ελευθερώνεται η ψυχή, αίμα για δάκρυα τρέχουν
δεν την αντέχεις τη σκλαβιά, να τραγουδήσεις θέλεις
μα ο κοπετός ο γήινος, αρτάνη που σε πνίγει…
Αγάπη… που φτερούγισες, δεν άντεξες τους ήχους
ξεχάστηκες Αυγερινέ, κι απόψε δε θα φέξεις…






