Ξύπνησα για ακόμα μια φορά από τον δυνατό ήχο των τζιτζικιών στο μπαλκόνι. Όμορφα καλοκαιρινά πρωινά. Αυτή η πρωινή δροσούλα συνοδευόμενη από τις καυτές ακτίνες του ήλιου που πέφτουν απαλά στο κάτασπρο δέρμα μου. Αγαπημένη αίσθηση. Παρέα με μια ζεστή κούπα καφέ που δεν πετυχαίνω ποτέ. Στο μπαλκόνι μόνο εγώ, ο ήλιος, ο καφές και… η Μόλι ή έστω η ανάμνησή της. Ένα νιαούρισμα έφτασε για να την λατρέψουν όλοι στην γειτονιά. Μαζί μου όμως είχε μια διαφορετική, μια μοναδική σχέση.
Μαζί της δεν ένιωθα ποτέ μόνη. Όχι πως δεν μου άρεσε η μοναξιά, εκείνη η ανάγκη που θέλεις να αφήσεις τα πάντα και όλους πίσω σου και να καθίσεις σε ένα μέρος με τα βιβλία σου. Της άρεσε να με ακολουθεί. Το μέρος μας ήταν η θάλασσα. Οι βόλτες μας γίνανε από μηνιαίες, εβδομαδιαίες, καθημερινές. Καθόμασταν και ακούγαμε τα άγρια κύματα της θάλασσας που τον χειμώνα ήταν ακόμα πιο όμορφα. Ακόμη μπορώ να δω τα μικροσκοπικά πατουσάκια της να σχηματίζονται στην αμμουδιά. Ακόμη μπορώ να ακούσω τα σιγανά νιαουρίσματα που έκανε όταν φυσούσε ο δυνατός άνεμος και έτρεχε προς εμένα. Υπάρχει, άραγε, παράδεισος για τις γάτες; Όπως και να έχει, θα είναι πάντα μέσα στην καρδιά μου.






