ΓΡΑΦΕΙΝ

Το ταξί των Χριστουγέννων

Το ρολόι έδειχνε έντεκα στη μικρή πόλη που ήταν ντυμένη στα λευκά. Ο ουρανός ήταν καθαρός και ο παγωμένος αέρας μετέφερε το άρωμα του καμένου ξύλου. Ξημέρωναν Χριστούγεννα, η πιο όμορφη μέρα του χρόνου.

Χαμογέλασε και φόρεσε το κόκκινο σκούφο που κρεμόταν στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Κάθισε στη θέση του οδηγού, αφήνοντας μια σακούλα γεμάτη καραμέλες και ζαχαρωτά στην κούπα για τα ψιλά και έβαλε μπροστά τη μηχανή.

Το ράδιο έπαιζε χριστουγεννιάτικα κομμάτια σε τζαζ ρυθμούς, οι δρόμοι ήταν άδειοι και εκεί, σε μια γωνιά του δρόμου, κάθονταν δύο νεαροί.

Σταμάτησε μπροστά τους φωνάζοντας χο χο χο. Τον κοίταξαν περίεργοι, κουρασμένοι, με τις ποδιές της δουλειάς διπλωμένες στα γόνατα. Μόνο όταν διάβασαν την φωτεινή επιγραφή που είχε κολλήσει στην οροφή χαμογέλασαν, πριν σηκωθούν για να μπουν μέσα.

Η ώρα είχε πάει πλέον έξι, τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά, αλλά ακόμα κλειστά. Σταμάτησε σ’ ένα καφέ για να πάρει το αγαπημένο του πρωινό ζεστό καφέ και ένα κομμάτι από το καλύτερο κέικ της πόλης, όπως συνήθιζε να λέει.

«Είναι κερασμένα από εμένα», του χαμογέλασε ευγενικά η κοπέλα «όλοι ξέρουν για τον Άγιο Βασίλη της πόλης. Μην ανησυχείς δεν θα το πω πουθενά, με είχε βοηθήσει και εμένα πέρυσι να φτάσω σπίτι μου, με εκείνες τις καραμέλες και τα γιορτινά τραγούδια». Του έδωσε ακόμα ένα πακέτο κι εκείνος αποχώρησε, αφήνοντας φιλοδώρημα την άκρη του πάγκου.

Στο σπίτι, μόνο ο Πρινς, το κουτάβι που είχε βρει η κόρη του στον δρόμο, είχε μείνει να τον περιμένει. Κουνούσε την ουρά ευτυχισμένο περιμένοντας ένα χάδι για να ηρεμήσει. Κοίταξε την κορνίζα της οικογένειάς του και κρέμασε δίπλα της την πινακίδα «το ταξί των Χριστουγέννων». Δύο χρόνια είχαν περάσει από όταν είχε πάρει απόφαση να αφιερώσει εκείνη την βάρδια σε μερικές διαδρομές δώρο σε όσους εργάζονταν έως αργά τη νύχτα για να εξυπηρετούν.

Είχε καταφέρει και φέτος να βοηθήσει. Πόσα κουρασμένα πρόσωπα, έλαμψαν μόλις έβλεπαν το αυτοκίνητο; Πλέον όλοι περίμεναν μήπως και το δουν, είχε ακούσει τις συζητήσεις μερικές ώρες πριν ξεκινήσει.

«Μπαμπά! Μπαμπά τον είδα πάλι!» Ενθουσιασμένη άρχισε να τρέχει στο μέρος του. Τα μαλλιά της πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις.

«Ποιον;» έκανε τάχα πως δεν κατάλαβε και η κόρη του χοροπήδησε άλλη μία φορά κοιτώντας έξω από τον παράθυρο του σαλονιού. Ο Πρινς χοροπήδαγε μαζί της γαβγίζοντας ταυτόχρονα.

«Τον άγιο Βασίλη, τον έδειξε η τηλεόραση, είχε ένα κόκκινο αμάξι σαν το δικό μας και…» όσο εξιστορούσε ότι είδε, εκείνος την κοιτούσε με προσοχή, έκανε στροφές δείχνοντας του τον δρόμο ευτυχισμένη. Όσα χαμόγελα του χάρισαν, κανένα δε μπορούσε να συγκριθεί με εκείνο.

Το γέλιο της κόρης του και εκείνη η λάμψη στο παιδικό της πρόσωπο.

Αυτό τα άξιζε όλα και θα το έκανε ξανά, κάθε χρόνο, αρκεί να έβλεπε εκείνη την λάμψη στα μάτια τα δικά τους και τα δικά της.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 20

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.

error: www.grafein.gr