Ο ήχος των κυμάτων έσκαγε στο δέρμα μου.
Ένα αθόρυβο πέπλο κύματος το σκέπαζε, με απαλή ορμή, σαν αναστεναγμός.
Τα άκρα μου έπαιρναν χορευτικές φιγούρες, τα μαλλιά μου σχημάτιζαν δυσνόητα σχήματα, χωρίς γωνίες και τετράγωνη οπτική, μόνο καμπύλες.
Το σώμα μου γινόταν ένα με την άμμο.
Απεικονιζόταν ένα σύγχρονο έργο τέχνης, προϊόν της φύσης, χωρίς στοιχεία photoshop.
Αληθινό. Υποταγμένο στη φυσική πλάση, εξομαλυνόταν κάθε πληγή του, σαν να ήρθε ένας άγγελος από τον ουρανό ως απάντηση της φύσης.
Τα κύτταρά μου βαφόντουσαν πολύχρωμα, γεννούσαν νέες χάρες.
Πρόσφεραν μια διαφορετική δύναμη για τη συνέχεια του ταξιδιού. Δυνάμεις πέρα της λογικής, φίλες με τη φαντασία.
Ήταν τόσο γαλήνιο συναίσθημα, να βρίσκεσαι μακριά από κάθε αυταρχική κοινωνία.
Απολάμβανα κάθε δευτερόλεπτο του ονείρου.
Η τέχνη της κίνησης του νερού γινόταν γνώριμη εμπειρία, την αφομοίωνα νοητικά και σωματικά, καταπραΰνοντας την ψυχική μου οδύνη, προσθέτοντας μια ανεμελιά στη ζωή μου.
Ο παλμός των κυμάτων με κυρίευε με διαφορετικές μορφές όσο περνούσε ο χρόνος, σαν φύκι, δίχως σκελετό και βάρη.
Με παρέσερνε στον βυθό της γαλάζιας ακρογιαλιάς, αγκαλιάζοντας το σώμα μου με φροντίδα, ταξιδεύοντάς το στα μυστήριά του.
Μυστήρια με γρίφους και ουτοπικές λύσεις.
Σε αυτά, ένα κομμάτι μου ήταν εγκλωβισμένο, όμως, τυλιγμένο σαν δώρο-ειρωνεία, ε;- έως να φτάσει η κατάλληλη στιγμή να αποκαλυφθεί.
Δεν με ένοιαζε η κριτική του κοινού, παρά μοναδική μου επιθυμία η άνθιση της φυσικής πλάσης.
Βυθιζόμουν όλο και περισσότερο στο όνειρο. Βρέθηκα αντιμέτωπη με χίλια δυο πεφταστέρια, που εξέπεμπαν λαμπερή ενέργεια. Αρνιόμουν να την αποφύγω.
Έφτασα κοντά τους, διάλεξα ένα, το αγκάλιασα, με την πεποίθηση ότι κρύβει κάτι μοναδικό.
Ίσως, τις δυνάμεις που θα μοιραζόμουν με το θαλάσσιο σύμπαν.
Χωρίς να με υποχρεώνει κανείς. Το ένστικτό μου, έλεγε ότι βρέθηκα πρωταγωνίστρια στο συγκεκριμένο όνειρο, την κατάλληλη στιγμή, σαν να ζητούσε βοήθεια το σύμπαν.
Μάλιστα, συνέβη κάτι που δεν μπόρεσα να δώσω εξήγηση ή μάλλον, δεν χρειαζόταν, θα χαλούσε τη μαγεία.
Ξάφνου, μεταμφιέστηκα σε Άριελ, σαν να μου δόθηκε η ευκαιρία να εκπληρώσω τον σκοπό μου, με μια μικρή ιδιαιτερότητα, να περνούσα την υπόλοιπη ζωή μου ταξιδεύοντας στον βυθό, γνωρίζοντας τις κρυφές πλευρές του, τις σπείρες του.
Το σκέφτηκα ώριμα «Θα ανταγωνιστώ όλες τις ανθρώπινες πράξεις εναντίον του μπλε, θα γιατρέψω τις πληγές του, θα αναστήσω κάθε ον που είχε χαθεί και θα ανθίσω τις αδυναμίες του, αποσύροντας τον πόνο από το θαλάσσιο σύστημα».
Δεν σάστισα ούτε στιγμή. Δημιούργησα έναν ανεμοστρόβιλο, βαμμένο με τα χρώματα της ψυχής μου. Ταξίδεψε σε όλον τον βυθό, εκπληρώνοντας τις επιθυμίες μου ή μάλλον τις επιθυμίες της μητέρας φύσης.
Σαν να αισθάνθηκα την ψυχή μου να ανακουφίζεται.
Αλλά, ξαφνικά, ξύπνησα. Ένιωθα ένα βάρος, σαν κάτι να με κρατάει πίσω, ήμουν μία μαρότ.
Ήξερα ότι η δράση μου δεν έχει λάβει τέλος. Έλειπε το πιο σημαντικό.
Αρχικά, να εξισορροπήσω τη δύναμη ανάμεσα στο περιβάλλον και στο ανθρώπινο νου.
Ύστερα, να μεταδώσω ένα μήνυμα: «Αυτή τη φύση που έχεις υποχείριό σου, αυτή θα έχουν ως μητέρα τα παιδιά σου».
Γιατί η μαγεία μου έχει ημερομηνία λήξης.
Ευτυχώς.
Σε άλλη περίπτωση, θα ήθελα να έχω τη δύναμη να δημιουργήσω βροχή, να ανανεωθεί η νόηση των ανθρώπων, να βαφτεί πολύχρωμα, ηθικά, όπως το ορίζει η φύση κι όχι ο άνθρωπος.






