Ήμουν στο χωριό του παππού μου για τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο παππούς μου ήταν μόνος στην ζωή, αφού η γιαγιά μου μας είχε αφήσει. Ο παππούς με αγαπάει όσο τίποτα στον κόσμο. Κάνει τα πάντα για να κάνει τις διακοπές μου καλύτερες. Αλλά κάτι συνέβη φέτος και ο παππούς μου λείπει συνέχεια στα χωράφια. Έτσι, τις περισσότερες ώρες τις περνάω στο σπίτι βλέποντας τηλεόραση. Βλέποντας ο παππούς μου πόσο μόνος νιώθω αποφάσισε να μου φτιάξει έναν φίλο μιας που η φίλοι μου λείπουν διακοπές. Μου έφτιαξε έναν σκιάχτρο. Τοποθέτησε ένα κοντάρι στο χώμα, του έβαλε κάτι παλιά κουρέλια για ρούχο, μια κολοκύθα για κεφάλι και ένα ψάθινο ξεθωριασμένο καπέλο. Ο παππούς μου είχε πάντα τον τρόπο του να κάνει τις διακοπές μου τις καλύτερες. Οι μέρες περνούσαν και το σκιάχτρο έγινε ο καλύτερος φίλος μου. Κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το σούρουπο έπαιζα με το σκιάχτρο. Ο παππούς μου με έβλεπε από το παράθυρο και με καμάρωνε. Χαιρόταν που με έβλεπε να παίζω έξω. Μου έλεγε ότι του θύμιζα τα χρόνια που ήταν αυτός στην ηλικία μου.
Με τα χρόνια οι επισκέψεις μου στον παππού λιγόστεψαν. Βλέπετε μεγαλώνοντας οι υποχρεώσεις και οι ασχολίες μου αυξήθηκαν και δεν είχα χρόνο να πηγαίνω στο χωριό. Μια μέρα ένα τηλεφώνημα χάραξε τη ζωή μου για πάντα. Ήταν από τον παππού μου. Το ότι πήρε εμένα τηλέφωνο και όχι τους γονείς μου, δεν με παραξένεψε, καθώς μιλούσαμε συχνά μαζί. Αλλά ο παππούς μου γνώριζε τι άνθρωπος είμαι και ήξερε ότι δεν μπορούσε να μου κρύψει τίποτα. Έτσι μου είπε ότι εδώ και έναν χρόνο έπασχε από καρκίνο. Όταν το άκουσα έτρεξα κατευθείαν στους γονείς μου και τους το είπα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα μπήκαμε στο αμάξι για το χωριό. Φτάνοντας είδα με την άκρη του ματιού μου στο τζάμι του αμαξιού τον παππού μου να κάθεται στην κουνιστή καρέκλα του και να κοιτάει το άπειρο. Κατεβήκαμε κάτω και τρέξαμε προς το μέρος του. Καμία έκφραση ή λέξη από τον παππού μου. Πηγαίνω δίπλα του και δεν ανέπνεε. Μια βδομάδα μετά την κηδεία του παππού μείναμε στο σπίτι του, όχι για να το πουλήσουμε, αλλά για να νιώσουμε για μια τελευταία φορά κομμάτι αυτής της ζωής μας και της καλοκαιρινής ρουτίνας. Την τελευταία μέρα αναχώρησης έκατσα στην πολυθρόνα του παππού μου και αυτό που είδα μου πάγωσε το αίμα. Το σκιάχτρο μού χαμογελούσε.






