Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, ο μικρός Αλέξης ήταν στο δωμάτιό του και κοιτούσε από το παράθυρο τις λευκές νιφάδες που έπεφταν απαλά στην αυλή του σπιτιού γράφοντας το γράμμα για τον Αϊ Βασίλη. Περνούσαν αρνητικές σκέψεις από το μυαλό του διότι οι γονείς του μάλωναν συνέχεια.
Δυστυχώς, περνούσε τις μέρες του μοναχός, η μητέρα του για να τα βγάλει πέρα δούλευε πολλές ώρες και ο Αλέξης ένιωθε μόνος και φοβισμένος. Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός. Δεν δούλευε, γυρνούσε τα ξημερώματα μεθυσμένος με αποτέλεσμα να επιτίθεται στην γυναίκα του. Ο μικρός πάντα κλείδωνε την πόρτα του δωματίου ώστε να μην μπορεί να μπει ο πατέρας του μέσα και τον πειράξει.
Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Ώσπου η μητέρα δεν άντεξε άλλο τους καβγάδες και τις φασαρίες. Αποφάσισε να πάρει τον Αλέξη και να φύγουν μακριά από τον άντρα της. Μετά από αρκετές ώρες έφτασαν στην Αγγλία όπου εκεί έμεναν οι παππούδες του αγοριού.
Έφτασε η παραμονή πρωτοχρονιάς. Όλοι έτρωγαν το πρωινό τους αλλά ο Αλέξης έλειπε. Άρχισαν να ανησυχούν. Η μητέρα του είχε στεναχωρηθεί διότι είχε φτάσει μεσημέρι. Έτσι αποφάσισε να βγει έξω και να ψάξει τον γιο της στους χιονισμένους δρόμους της Αγγλίας. Έφτασε το βράδυ και ο Αλέξης πουθενά. Η μητέρα του ξάπλωσε στο κρεβάτι του και σκεφτόταν παλιές αναμνήσεις με τον γιο της. Εκείνη την ώρα κοίταξε το γραφείο. Είχε πάνω μια κάρτα.
Σηκώθηκε να πάει να δει τι είναι, άνοιξε την κάρτα, ήταν γράμμα για τον Αϊ Βασίλη όπου έγραφε τα εξής λόγια: «Θα ήθελα να είναι οι γονείς μου ξανά μαζί!».






