Μυρωδιά από φρεσκοβαμμένη μπογιά προερχόταν από το σπίτι. Ένα άδειο, παρατημένο βαρετό κίτρινο χρώμα χάριζε τώρα στο σπίτι μια σκιά που του έλειπε από το τριγύρω μέρος. Ο αέρας κοπανούσε μανιωδώς τα παράθυρα και τα χόρτα στην αυλή ανέδιδαν τη μυρωδιά ενός αναμμένου φυτιλιού από την διαρροή του τρακτέρ σε συνδυασμό με τον καυτό αέρα. Έπειτα έμεινα εγώ ένα 16χρονο κορίτσι με μια οικογένεια ψυχρή, δίχως αισθήματα στις ενέργειες εις βάρος μου. Όπως πάντα ο πατέρας με χτυπούσε στην πίσω αυλή, απλά για υπενθύμιση των εγωιστικών του πράξεων, και για να μην προσπαθήσω να ξεφύγω από τον κλοιό της οικογένειάς μου. Κάθε φορά που με χτύπαγε, περνούσαν πάντα τα κοράκια για να καλύψουν τον πόνο και τα ουρλιαχτά μου. Ήταν συνεργοί στο έγκλημα. Ό,τι υπήρχε κοντά του, το μόλυνε με μίσος και μου το επέστρεφε ως αντίπαλό μου.
Μου άραζε πάρα πολύ η ζωγραφική, μισούσα όμως τα χρώματα που μου θύμιζαν τη ζωή στο χωριό. Μισούσα το καφέ, κίτρινο και πορτοκαλί. Το καφέ τις λάσπες από το χωράφι που ανάγκαζε ο μπαμπάς μου να καθαρίζω μετά τις βροχές. Το κίτρινο από τα καμένα χόρτα και το πορτοκαλί το σούρουπο που με χτύπαγε ο πατέρας μου. Το πράσινο ανύπαρκτο και στη ζωή μου και στη ζωγραφική. Δεν ήθελα να το χρησιμοποιώ, θα το μείωνα σαν χρώμα. Τα υπόλοιπα μέλη ούτε καν μου δίνανε σημασία. Φυσικά δεν μου φέρονταν διαφορετικά, απλώς δεν το βγάζανε τόσο άμεσα το μίσος. Όλα τα μέρη του σπιτιού με στοίχειωναν. Η τραπεζαρία από τις πρωινές προσβολές, το σαλόνι από τον διωγμό που μου ασκούσαν. Μόνο το μπάνιο αποτελούσε όχι χώρο για αποφυγή αλλά ως μέσον κρυψώνας για τους πίνακες. Τα έκρυβα στο πάνω παράθυρο το οποίο κατάφερα να σπάσω σε μια άκρη και να τα κρύβω. Η μόνη ηρεμία ήταν το βράδυ. Ο πατέρας πιωμένος κοιμόταν από νωρίς. Τα υπόλοιπα μέλη μου δείχνανε ένα είδος οίκτου. Οπότε έπαιρνα την ευκαιρία βγαίνοντας έξω στο κιόσκι και αναμείγνυα διάφορες αποχρώσεις. Όπως είχα προαναφέρει, το πράσινο δεν άξιζε να το χρησιμοποιώ, αλλά άμα έβρισκα μια διαφορετική διαδρομή για να ξεφύγω θα δημιουργούσα ένα πράσινο. Ένα δικό μου πράσινο. Έτσι ήθελα και εγώ. Να ξεφύγω από τη ζωή που ζω τώρα και να την αλλάξω. Είχα αποφασίσει να τηρήσω την υπόσχεση αυτή.
Ο πατέρας αφού ξημέρωσε και ξεμέθυσε, πήγε να φτιάξει το τρακτέρ στην αυλή. Εκείνη την ώρα πήρα ένα αυτοσχέδιο σπίρτο που το είχα σαν πινέλο, το άναψα και το πέταξα κάτω από τα λάδια του τρακτέρ. Τις φωνές του τις άκουγα με μεγάλη προσήλωση. Οι υπόλοιποι έλειπαν. Έτσι μπορούσα να απολαύσω κάθε στάδιο της τιμωρίας του. Το ύφος του, το λιώσιμο των οστών του, τα πάντα. Τα κοράκια σώπασαν και έπεφταν τα φτερά τους κάτω, δίπλα από την φωτιά. Τα φτερά φούντωναν την φωτιά και την έκαναν πιο δυσοίωνη για αυτόν. Μετά από το τέλος της τιμωρίας του, κατάφερα να φύγω σε μια πόλη μακριά από το σπίτι και από όλους τους γνωστούς μου μια για πάντα. Επέβαλα τον εαυτό μου σε μια νέα αρχή. Τώρα οι πίνακές μου κοσμούσαν μια από τις πιο διάσημες γκαλερί του κόσμου. Τώρα πια δεν φοβόμουν την αλήθεια. Απάλλαξα το κρυφτό στα χρώματά μου.






