ΓΡΑΦΕΙΝ

Ποτέ δεν είναι αργά

Ο κύριος Πέτρος ξύπνησε το πρωί, όπως έκανε κάθε μέρα. Άνοιξε τα παράθυρα για να μπει λίγο φως στο δωμάτιο και παρατήρησε τους ανθρώπους να περνούν, τα αυτοκίνητα, τις φωνές από τα παιδιά στις κούνιες. Για εκείνον δεν είχε πια τίποτα σημασία, βρισκόταν ήδη αντιμέτωπος με την πιο σοβαρή απόφαση της ζωής του: να κόψει το νήμα της. Τίποτα πια δεν του έδινε νόημα και χαρά. Πριν χρόνια είχε χάσει τη γυναίκα του. Τότε αισθάνθηκε τι σημαίνει μοναξιά, τι σημαίνει να μην μπορείς να αγκαλιάσεις για άλλη μία φορά το πρόσωπο που αγαπάς όσο τίποτα στον κόσμο.

Ο ίδιος ήταν καθηγητής σε σχολείο. Ακόμα και στη διδασκαλία, όμως, είχε χάσει πια τη θέρμη και το ενδιαφέρον του. Είχε παραιτηθεί από τη ζωή. Η απόφασή του ήταν οριστική και αμετάκλητη: θα τερμάτιζε τη ζωή του. Όλες οι ημέρες πια για εκείνον ήταν ίδιες και βασανιστικές. Και να έφευγε από τον μάταιο αυτό κόσμο, ποιος θα λυπόταν; Δεν μπορούσε πια να τον μεταπείσει κανείς. Αλλά μέσα στην καλοσύνη του, ίσως να μπορούσε να τον συγχωρέσει ο Θεός και να δείξει έλεος λόγω του ατελείωτου πόνου και της μοναξιάς που βασάνιζε την ψυχή του.

Μια Κυριακή πήγε στην εκκλησία καθώς τον ξεσήκωσαν οι καμπάνες που χτυπούσαν δυνατά. Μετά από λίγο, επέστρεψε στο σπίτι και ετοίμασε κάτι πρόχειρο για φαγητό. Ήταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τον κρατούσε ακόμη ζωντανό. Απλά έπρεπε να βρει τη δύναμη, να τελειώσει τη ζωή του χωρίς πια κανένα ενδοιασμό. Θα έπινε πολλά χάπια μαζί και θα έφευγε από αυτή την σκληρή πραγματικότητα. Θα βυθιζόταν σε έναν γλυκό ύπνο και δε θα πονούσε ποτέ ξανά. Για τίποτα.

Ξημέρωσε η Δευτέρα, ακόμα μία καινούργια εβδομάδα ξεκίνησε να ανατέλλει αργά από τον ουρανό. Ο κύριος Πέτρος ξύπνησε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Ο ουρανός είχε ένα καθαρό μπλε χρώμα, μάλλον θα είχε καλό καιρό εκείνη την ημέρα. Ανακάτεψε βιαστικά πάρα πολλά χάπια και ήταν έτοιμος να πιει αυτό το ποτό που σε λίγα λεπτά θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μία δυνατή ανάσα.

Το κουδούνι χτυπάει ξαφνικά. Ποιος είναι και τι θέλει; Δεν τον ενδιαφέρει. Έτσι κι αλλιώς, σε λίγο θα ήταν νεκρός.

Από περιέργεια, αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε αφήσει έξω από την πόρτα την αλληλογραφία του. Ήταν αρκετά χαρτιά.

Δεν ήταν τίποτα σημαντικό, λογαριασμοί. Το μάτι του ξέφυγε και παρατήρησε έναν φάκελο πεσμένο στο πάτωμα που δεν ήταν λογαριασμός. Τον άνοιξε και είδε ότι ήταν ένα γράμμα. Αποφάσισε να διαβάσει την επιστολή:

«Αγαπητέ κύριε Πέτρο», έγραφε.

«Είμαι η υπεύθυνη του ορφανοτροφείου στο οποίο πριν μήνες είχατε δωρίσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Με τα χρήματα μπορέσαμε και αγοράσαμε κουβέρτες και παιχνίδια για τα παιδιά, που τους έδωσαν μεγάλη χαρά!

Μέσα σε αυτό το φάκελο, σας στέλνω μία ευχαριστήρια επιστολή και ζωγραφιές των παιδιών. Σας ευχαριστούμε, η βοήθειά σας ήταν σημαντική!»

Κοίταξε τις ζωγραφιές των παιδιών. Ένα σπίτι, ένας ήλιος, ένα δέντρο, πρόσωπα χαμογελαστά. Ένα χαμόγελο φώτισε και το δικό του πρόσωπο, η ψυχή του αισθάνθηκε μία αγαλλίαση και μία ζωντάνια. Ίσως αυτά χρειαζόταν η ψυχή του για να ξυπνήσει ξανά μέσα της η ελπίδα.

Δεν ήπιε, τελικά, το φάρμακο που είχε ετοιμάσει. Έδωσε στη ζωή του ακόμα μία ευκαιρία. Το φως υπήρχε, τελικά, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι. Τότε ένιωσε πως πάντα έχεις έναν λόγο για να ζήσεις, για να αφήσεις την επόμενη μέρα να ξημερώσει.

Εκείνη την ημέρα αισθάνθηκε ξανά σημαντικός. Εκείνη την ημέρα που είχε χάσει το νόημα της ζωής του…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 7

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Αμαλία Τσιναφορνιώτη

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς