ΓΡΑΦΕΙΝ

Η αλήθεια του Οδυσσέα

Αρχές Δεκεμβρίου. Το κέντρο της πόλης έσφυζε από ζωή παρά το τσουχτερό κρύο. Στολισμένες βιτρίνες καταστημάτων, στολισμένοι δρόμοι, μπαλκόνια και παράθυρα σπιτιών. Παντού αναβόσβηναν φωτάκια ρυθμικά, μουσικοί στους δρόμους χάριζαν τις μελωδίες τους, προσφέροντας ακόμα μία πινελιά χαλάρωσης στη γιορτινή ατμόσφαιρα. Εκατοντάδες κόσμου στους δρόμους του κέντρου πηγαινοέρχονταν με διάφορες σακούλες και τσάντες καταστημάτων στα χέρια, χαρούμενα παιδιά χαμογελούσαν, ζευγάρια και παρέες έβγαιναν φωτογραφίες. Ανάμεσα στο πλήθος ήμουν κι εγώ. Κρατούσα στα χέρια μου τσάντες με δώρα για αγαπημένα μου πρόσωπα. Κι ένα βιβλίο για μένα. Μόλις είχα αγοράσει και τρία κουλούρια Θεσσαλονίκης, για να έχω κάτι να τσιμπάω όσο περιπλανιόμουν στο κέντρο της πόλης.

Καθώς περπατούσα ανέμελος κι απολάμβανα το πρώτο μου κουλούρι, στάθηκα λίγο για να χαζέψω μια υπέροχη, γιορτινή βιτρίνα. Είχα απορροφηθεί κι εγώ, όπως και περίπου άλλα δέκα άτομα μπροστά απ’ τη βιτρίνα. Ένιωσα, τότε, κάτι να ακουμπάει τα πόδια μου. Κοίταξα και ήταν ένα γλυκύτατο κουτάβι, όχι πάνω από τριών μηνών, που έφερνε βόλτες γύρω απ’ τα πόδια μου, με κοιτούσε με δύο σπινθηροβόλα, παιχνιδιάρικα ματάκια και κουνούσε την ουρίτσα του όλο χαρά. Μια φωνή κάλεσε το κουτάβι να πάει κοντά, με την παρατήρηση να μην ενοχλεί τον κόσμο. Το σκυλάκι αμέσως χοροπήδησε και πήγε στην αγκαλιά του «ιδιοκτήτη» του, λίγα μέτρα δίπλα από τη γιορτινή βιτρίνα με τους απορροφημένους θεατές, ανάμεσα σε πολλές και διαφόρων μεγεθών κούτες, κουβέρτες, ακόμα κι ένα μικρό στολισμένο έλατο.

Αφού τράβηξε από το πρόσωπό του τα μακριά κι ελαφρώς γκρίζα μαλλιά του, μου είπε «Είναι μικρός κι ατίθασος, συγγνώμη».
«Είναι γλυκύτατος και παιχνιδιάρης, μη ζητάτε συγγνώμη», απάντησα κάπως αμήχανα απέναντι στην ευγένεια του κυρίου που είχα μπροστά μου.
«Του έχετε δώσει κάποιο όνομα;», ρώτησα.
«Τον φωνάζω Χάρη», μου είπε.
«Ωραίο όνομα», απάντησα.
«Ναι, αν σκεφτείς ότι αυτό εδώ το πλασματάκι μού έχει δώσει όση χαρά δεν πήρα ποτέ απ’ τους ανθρώπους, νομίζω του ταιριάζει γάντι».
Κοντοστάθηκα, ξεροκατάπια, δεν ήξερα τι να πω.
«Εμένα με λένε Κωνσταντίνο», του είπα εντελώς αμήχανα. «Εσένα;»
«Φιλαράκο», μου είπε, «μέχρι πριν από λίγα λεπτά για σένα δεν υπήρχα καν, ήμουν ο Κανένας, και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι κι όταν φύγεις από δω, ίσως να είμαι μια αμυδρή ανάμνηση για λίγο διάστημα. Ας πούμε ότι με λένε “Οδυσσέα”, για όσο κρατήσει αυτή η κουβέντα».

Με κοιτούσε κατάματα με τα γαλάζια του μάτια που έκρυβαν καλοσύνη, αλλά και πικρία συνάμα. Δεν τον ρώτησα περισσότερα, δε φαινόταν άλλωστε να θέλει να μοιραστεί και πολλά με έναν άγνωστο. Μέσα από τη μικρή μας κουβέντα μου είπε ότι άλλαζε σημείο από καιρό σε καιρό, σαν να έψαχνε τη δική του «Ιθάκη».

Χωρίς να το σκεφτώ, αυτόματα, δεν ξέρω ποια δύναμη με παρακίνησε, πήγα σε κοντινό σούπερ μάρκετ και γέμισα μερικές σακούλες φαγώσιμα και νερό για τον ίδιο και για τον Χάρη. Σε μία απ’ αυτές έβαλα και το σακουλάκι με τα δυο κουλούρια Θεσσαλονίκης.

Αφού του τις έδωσα, τον χαιρέτησα. Αφού με ευχαρίστησε, με κοίταξε με τα βουρκωμένα, γαλάζια του μάτια και μου είπε: «Αν εξαιρέσεις τις ατελείωτες ώρες που τα λέμε με τον Χάρη, είναι η μεγαλύτερη κουβέντα που έχω κάνει με άνθρωπο εδώ και πολύ καιρό. Να ’σαι καλά. Στο καλό».

Πόσες αλήθειες υπάρχουν, τελικά; Ποια ήταν η δική μου αλήθεια; Ποια των εκατοντάδων που πηγαινοέρχονταν στους δρόμους κρατώντας και στα δύο χέρια σακούλες γεμάτες με ψώνια; Ποια ήταν η αλήθεια του «Οδυσσέα»;

Λίγες εβδομάδες αργότερα ο δρόμος μου με έβγαλε ξανά στο κέντρο της πόλης. Πέρασα από το σημείο που είχα δει τον «Οδυσσέα» και τον Χάρη. Αυτή τη φορά, όμως, το σημείο εκείνο ήταν άδειο. Σαν να μην είχε βρεθεί ποτέ κανείς εκεί. Περιπλανήθηκα στα γύρω στενά, στους γύρω δρόμους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Έδιωξα κάθε αρνητικό σενάριο από τη σκέψη μου και συνέχισα τον δρόμο μου, με την ελπίδα πως ο «Οδυσσέας» είχε βρει, τελικά, τη δική του «Ιθάκη».

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 21

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Κωνσταντίνος Μπασούρης

Ο Κωνσταντίνος Μπασούρης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1984. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης και είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Εγκληματολογία. Έχει παρακολουθήσει το Μονοετές Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μεταφραστών. Λατρεύει τη μουσική, τη λογοτεχνία και τη γραφή, τα ταξίδια, το θέατρο και την καλλιτεχνική έκφραση εν γένει. Ερασιτέχνης μουσικός, ασχολείται με τη στιχουργική από μικρή ηλικία. Ποιήματά του έχουν διακριθεί σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Θεωρεί τη λειτουργία της τέχνης ως θεραπεία της ψυχής και επιδιώκει την επίτευξη της ισορροπίας και αρμονίας στην καθημερινότητα. Μότο: η τέχνη είναι πνοή.