ΓΡΑΦΕΙΝ

Η κασετίνα

Όλη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι…  Το μπουρίνι έκοβε σχοινιά και κάβους σαν κλωστές.  Κεραυνοί κι αστραπές χαράκωναν τον ουρανό κι ο εκκωφαντικός αέρας λυσσομανούσε με πείσμα.  Φωνές και τρεχαλητά αντηχούσαν βροντερά, σ’ όλη τη Μύρινα.  Οι ψαράδες μία έννοια είχαν μόνο: μη τυχόν και πάρει τις βάρκες τους η καταιγίδα και μετά… αντίο μεροκάματο….

Έτσι κι ο θείος μου, ψαράς από τους πιο πεπειραμένους, ψημένος στην αλμύρα και τα κύματα από μικρό παιδί, ετοιμαζόταν με αγωνία, να πάει στο καΐκι.

Η αδελφή μου κοιμόταν για τα καλά στο διπλανό στρώμα.  Σκεπάστηκα κι εγώ μέχρι το λαιμό με το βαμβακερό σεντόνι και προσπαθούσα να διακρίνει ποιος είναι ποιος, μέσα από τις ξύλινες γρίλιες που φώτιζαν οι αστραπές. Είδα κάτι λαστιχένιες μπότες, τεράστιες, να κατεβαίνουν βαριά βαριά, τα μεγάλα σκαλιά, μέχρι που χάθηκαν εντελώς στην αναμπουμπούλα της νύχτας.

Ξημέρωσε όμως και το μπουρίνι κόπασε.  Αύριο θα ήταν μεγάλη γιορτή για τα μέρη τους, μη σου πω κι η μεγαλύτερη.  Της Παναγίας, Δεκαπενταύγουστος!

– Πάμε Δεσποινάκι να σου ψωνίσω το δώρο σου γιατί αύριο θα είναι κλειστά τα μαγαζιά.

Μιλάει η θεία και κοιτάει προς τη μεριά μου.  Σε μένα μιλάει;  Άκουσα καλά; Δώρο; για μένα;  Αύριο έχω τη γιορτή μου αλλά και πάλι δεν στέκει αυτό που ακούω.  Δώρο; για μένα;

Κοιτάζω τη μαμά.  Το επιτρέπει; ή θα καταλήξω πάλι να τις φάω;

Με χείλη σφιγμένα και πλάτη γυρισμένη, εκείνη σκουπίζει τον πάγκο της κουζίνας σαν καλή φιλοξενούμενη.

– Μμμ, καλά, πηγαίνετε. Κοίτα Βάσω μην της αγοράσεις τίποτε ακριβό…

Έχουμε την άδειά της.

Βαδίζω δίπλα στη θεία μου, που έχει μια κορμοστασιά θεόρατη!  Μας φιλοξενούν για δυο βδομάδες στο σπίτι τους, στη Λήμνο.  Ο άντρας της, ο Νικόλας, και η δική μου μάνα, είναι ξαδέλφια.  Ο θείος, όχι μόνο έχει καΐκι αλλά είναι κι ο πιο δυνατός ψαράς που ξέρω, με χέρια από σίδερο κι ας έχουν χαραχτεί απ’ τα δίχτυα.

Περπατάμε στο καλντερίμι προς τα μαγαζιά του λιμανιού.  Η πρωινή δροσιά, σκάει στα μάγουλά μου και παίρνω  βαθιές ανάσες, να τη χορτάσω.  Μπροστά μας, βασίλισσα αληθινή, η φουρτουνιασμένη θάλασσα με τα κυμάτινα μπράτσα της  να κοπανούν και ν’ αφρίζουν στα βράχια.  Ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα, έχει ξεπροβάλλει ντροπαλά, ένα μικρό κομμάτι καθαρού, γαλάζιου ουρανού.

– Ξέσπασε το μπουρίνι, Δεσποινάκι.

Την κρατάω απ’ το χέρι.

– Πού θέλεις να πάμε για το δώρο σου; Μου λέει.

Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω, γι αυτό δεν λέω τίποτε.  Μάλλον όνειρο βλέπω κι αν μιλήσω θα χαθεί.

Μετά από λίγο δεν κρατιέμαι όμως και ξεστομίζω:

– Στο βιβλιοπωλείο στο λιμάνι, έχω δει κάτι …..

– Ωραία, πάμε!

Σε λίγα λεπτά, φτάνουμε έξω από τη βιτρίνα.  Έχω βάλει εδώ και μέρες στο μάτι μία λεπτή, πρασινογάλαζη κασετίνα.   Έρωτας με την πρώτη ματιά που λένε. Είναι μεταλλική και το μοναδικό στολίδι που έχει είναι ένα κοριτσάκι με καπέλο, σε σχέδιο “Sarah Kay”.  Μέσα, ένα ολόκληρο σετ με μικρά αντικείμενα γραφής: μολύβι, γόμα, ξύστρα .

Να τολμήσω να το δείξω στη θεία; Αφήνει η μαμά;

– Έλα Δεσποινάκι, δείξε μου! Τι σου αρέσει; Μην σε νοιάζει για τη μαμά σου… Θα το κανονίσω εγώ.

Αυτά λέει και γίνεται μονομιάς η πιο καλή θεία του κόσμου!

Το ένιωθα ότι η σημερινή μέρα θα ήταν ξεχωριστή.  Ο δροσερός βοριάς, ο ανταριασμένος ουρανός, ένα μπλε κομμάτι, ήταν καλό σημάδι.

Της δείχνω την κασετίνα και δεν μπορώ να τραβήξω τα μάτια μου πάνω απ’ το μεταλλικό κουτί.  Πρώτη φορά διαλέγω εγώ το δώρο μου.

Στην επιστροφή δεν περπατάω, πετάω.  Με το ένα χέρι σφίγγω το τυλιγμένο πακέτο και με το άλλο τη θεία.  Έτσι είναι άραγε να νιώθεις ευτυχισμένη;  Είναι αλήθεια δική μου αυτή η κασετίνα;

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 14

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Δέσποινα Νάσσου

Η Δέσποινα Νάσσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε Μάρκετινγκ/Διαφήμιση κι εργάστηκε σε εταιρείες του χώρου. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση ως ελεύθερη επαγγελματίας. Το πρώτο της διήγημα, με τίτλο «ΔΕΚΑΞΙ ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΕΙΣ» είναι υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Συρτάρι. Η συγγραφική της ταυτότητα, είναι αφιερωμένη στην έκφραση της ευάλωτης πλευράς ανθρώπων και φύσης.

error: www.grafein.gr