Είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνο το πρωινό η κ. Α ή μάλλον όχι ακριβώς, γιατί δεν είχε κοιμηθεί καθόλου το προηγούμενο βράδυ. Κάτι η αγωνία, κάτι η ανυπομονησία, δεν την είχαν αφήσει να ησυχάσει. Τόσα χρόνια περίμενε αυτήν τη στιγμή, αυτήν ακριβώς τη στιγμή και τώρα να που το πλήρωμα του χρόνου είχε επιτέλους φτάσει. Είχε φτάσει για να διορθώσει τις όποιες αδικίες, είχε έρθει για να φέρει επιτέλους την πολυπόθητη ευτυχία. Ένας φάκελος είχε φτάσει από το υπουργείο στο σπίτι της την προηγούμενη εβδομάδα που την ενημέρωνε πως είχε έρθει η σειρά της για να αποκτήσει την ευτυχία. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να περάσει από την αρμόδια υπηρεσία για τα διαδικαστικά. Σηκώθηκε, άνοιξε το παράθυρο, είχε όμορφη μέρα. Άρχισε να ετοιμάζεται. Έπειτα κάθισε μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε τον εαυτό της. Ήταν πενήντα χρονών. Κοιτούσε τον εαυτό της κατάματα σαν να έψαχνε κάτι μέσα σ’ αυτόν ή σαν να προσπαθούσε να αναγνωρίσει κάποιο γνώριμο πρόσωπο αλλά μάταια. Η κ. Α ήταν μόνη. Δεν είχε σύζυγο, δεν είχε παιδιά, δεν είχε φίλους, δεν είχε δουλειά. Η κ. Α ήταν μια λευκή σελίδα, είχε φτάσει ως εδώ ζώντας άχρωμα, σιωπηλά, είχε διανύσει πενήντα χρόνια χωρίς κανένα ορόσημο. Αλλά αυτή η σελίδα δεν ήταν ολόλευκη. Αν κανείς κοιτούσε από κοντά θα έβλεπε πως υπήρχαν μουτζούρες, σκουριά, καπνός, μερικές σταγόνες αίμα, πολλές σταγόνες αίμα, σκόνη, δάκρυα που είχαν μουσκέψει το χαρτί και θλίψη, πολλές γραμμές θλίψη. Και αν ήσουν από εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσες να δεις καθαρά, θα έβλεπες πως να εκεί στο τέλος της σελίδας, είχε χυθεί η ψυχή της. Σηκώθηκε αποφασιστικά και βγήκε από την πόρτα. Το άγχος είχε μεγαλώσει. Σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε μέσα. Έδωσε τη διεύθυνση και μετά από λίγα λεπτά στεκόταν μπροστά στο κτίριο απ’ όπου θα παραλάμβανε την ευτυχία. Ήταν ένα μεγάλο κτίριο, βαμμένο με χαρούμενα χρώματα, δεν έμοιαζε διόλου με κρατική υπηρεσία. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο εσωτερικός χώρος δεν έμοιαζε καθόλου με τον εξωτερικό. Οι τοίχοι ήταν γκρι, θυμίζοντας φυλακή και η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ήταν καταθλιπτική, είχε την αβάσταχτη κυβερνητική μυρωδιά. Πλησίασε τον υπάλληλο και τον ενημέρωσε για την περίπτωσή της. «Μάλιστα, θα ανέβετε στον πρώτο όροφο, εκεί είναι το αρμόδιο τμήμα». Η κ. Α ψέλλισε ένα «ευχαριστώ» και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε. Ο υπάλληλος την κοίταξε καχύποπτα από πάνω ως κάτω. Αυτή η γυναίκα είχε διαταράξει την ησυχία του.
-Τι θα θέλατε; Λοιπόν;
-Ήρθα για να παραλάβω την ευτυχία. Έχω εδώ την επιστολή που μου στείλατε.
-Για να δω. Δώστε μου και τα χαρτιά σας.
Ο υπάλληλος κοιτούσε με περισπούδαστο ύφος την επιστολή. Ώσπου στο τέλος αναφώνησε.
-Ακούστε, θα πρέπει να πάτε στο τέλος του διαδρόμου, εκεί θα βρείτε τον αρμόδιο για την δική σας περίπτωση.
-Μα μου είπαν πως εδώ…
-Λέτε να μην ξέρω τη δουλειά μου;
Η πόρτα έκλεισε πίσω και μια βαριά σκιά απλώθηκε στο μυαλό της κ. Α καθώς έφτανε στο τέλος του διαδρόμου. Ήταν μια κόκκινη πόρτα. Χτύπησε, δεν άκουσε απάντηση και έκανε να ανοίξει την πόρτα μόνο και μόνο για να βρεθεί μπροστά σε έναν τοίχο. Κανείς δεν μπορούσε να μπει στο δωμάτιο. Μα τι είδους αστείο ήταν αυτό; Η είσοδος ήταν χτισμένη πέρα για πέρα και κανείς δεν μπορούσε να εισχωρήσει. Έκλεισε την πόρτα και επέστρεψε πάλι πίσω στον υπάλληλο. Αυτή τη φορά στη θέση του βρισκόταν μία γυναίκα.
-Γεια σας, ήμουν κ πριν εδώ και ο συνάδελφός σας με έστειλε στο τέλος του διαδρόμου για την περίπτωσή μου, όμως ξέρετε αυτή η πόρτα είναι κλειστή.
Η υπάλληλος την κοίταξε με ειρωνεία πάνω από τα γυαλιά της.
-Ποιος συνάδελφός μου; Μόνο εγώ είμαι εδώ από το πρωί. Εν πάση περιπτώσει δώστε μου τα χαρτιά να δούμε τι ζητάτε.
«Ζητώ την ευτυχία» είπε σαν αθώο παιδί η κ. Α.
-Μάλιστα. Ακούστε θα πρέπει να απευθυνθείτε στον υπεύθυνο για τη συγκεκριμένη κατηγορία που ζητάτε. Θα τον βρείτε στον επάνω όροφο, δεύτερη πόρτα δεξιά.
Η κ. Α ανέβηκε ακόμα μερικά σκαλοπάτια, άνοιξε ακόμα μια πόρτα και έδωσε τα χαρτιά της σε ακόμα έναν υπάλληλο. Έπειτα από μερικά λεπτά ο υπάλληλος μίλησε:
-Όλα καλά κ. Α αλλά εδώ λέτε πως θέλετε να παραλάβετε την ευτυχία και όμως σας λείπουν μερικά σημαντικά πράγματα για να την αποκτήσετε.
-Όπως;
-Πρώτα απ’ όλα σας λείπει ένας σύζυγος. Έπειτα τουλάχιστον δύο παιδιά, διότι ένα ίσον κανένα για το υπουργείο μας. Ένα σπίτι με κήπο, ένας σκύλο ή έστω μερικές γάτες, αυτοκίνητο το οποίο πρέπει να το αλλάζετε ταχτικά, και τέλος ένα χαμόγελο κ. Α, ένα χαμόγελο.
-Ξέρετε γι’ αυτό ήρθα εδώ, δεν μπορώ να χαμογελάσω.
-Πρέπει να προσπαθήσετε, το υπουργείο μας θέλει να βλέπει χαρούμενους τους πολίτες. Για τα υπόλοιπα μην στεναχωριέστε έχουμε εμείς φροντίσει για εσάς.
-Πώς δηλαδή;
-Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σαν τη δική σας, οπότε θα σας βρούμε ένα σύζυγο που του λείπει και εκείνου μια σύζυγος. Και μην ανησυχείτε, θα έχει εκείνος σπίτι και αυτοκίνητο και δουλειά. Ίσως έχει και παιδιά και αν δεν έχει, τόσα ορφανά υπάρχουν. Και τόσα αδέσποτα σκυλιά υπάρχουν, θα σας βολέψουμε και με αυτό. Μόνο να χαμογελάτε, πρέπει να χαμογελάτε.
-Πρέπει; Είναι υποχρεωτικό;
-Ας πούμε πως είναι. Ένας άγραφος νόμος θα λέγαμε μέχρι τουλάχιστον το καλό μας υπουργείο να μεριμνήσει και να γραφεί επίσημα.
-Πολύ ωραία και τώρα τι θα γίνει;
-Θα ανέβετε στον τρίτο όροφο, εκεί θα βρείτε μία ταμπέλα στην πόρτα που λέει απολεσθέντα. Εκεί θα σας τακτοποιήσουν.
-Και από εκεί θα παραλάβω την ευτυχία;
-Κάπως έτσι. Εκεί θα σας δώσουν τα απαραίτητα συστατικά θα λέγαμε και έπειτα ο αρμόδιος συνάδελφος θα σας την παραδώσει.
Μπήκε στο γραφείο των απολεσθέντων. Ήταν γεμάτο σκόνη, ένα ανήλιαγο μπουντρούμι γεμάτο με φακέλους. Ο υπάλληλος διάβασε τα χαρτιά που είχε μπροστά του χωρίς να σηκώσει κεφάλι και τότε είπε:
-Μπορείτε να μου πείτε τί αντιπροσωπεύει αυτό το «Α» στο όνομά σας;
-Ατυχία.
-Ααα.
-Και το «κ» πριν από αυτό;
-Κυρία. Κυρία Ατυχία.
-Και όμως κυρία μου εδώ στα χαρτιά που μου φέρατε φαίνεται πως είστε δεσποινίς.
-Έχετε δίκαιο, όμως ξέρετε στην ηλικία μου συνηθίζετε το κυρία αντ’ αυτού.
-Δεν ξέρω τίποτα, παρά μόνο το νόμο, είμαι εδώ για να εφαρμόζω το γράμμα του νόμου. Ακούστε πάρτε αυτούς τους φακέλους μιας και έχετε τις απαιτούμενες σφραγίδες από το αρμόδιο τμήμα. Μέσα θα βρείτε τα πάντα για το σύζυγό σας, τα παιδιά σας κτλ. Όμως θα πρέπει να απευθυνθείτε και στον προϊστάμενό μου για να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα που λέγαμε προηγουμένως. Οφείλουμε να είμαστε τυπικοί.
-Και πού θα τον βρω;
-Είναι πανεύκολο, θα τον βρείτε στον αμέσως επόμενο όροφο. Θα ακολουθήσετε τα βέλη. Μην ανησυχείτε, θα το βρείτε. Συγχαρητήρια είστε ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία.
Η κυρία Α σκαρφάλωσε ακόμη έναν όροφο και άρχισε να ακολουθεί τα βέλη. Είχε περάσει πολλή ώρα ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στην κ. Α και όμως ο διάδρομος συνέχιζε, τα βέλη συνέχιζαν και η αγωνία της συνεχιζόταν επίσης. Περνούσε από τοίχους που στένευαν και από ελικοειδείς διαδρόμους μόνο και μόνο για να βρεθεί πάλι σε παρόμοια σκηνικά. Και μόλο που βρισκόταν αρκετά ψηλά στο κτίριο εντούτοις είχε την αίσθηση της καθόδου, αλλά για που και προς τι δεν γνώριζε. Όταν πια είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου βρέθηκε ξαφνικά σε αδιέξοδο. Ο διάδρομος τελείωνε χωρίς να οδηγεί πουθενά. Κοίταξε απελπισμένη αυτόν τον άδειο τοίχο. Τον μισούσε, μια ζωή έπεφτε πάνω και ας τον έβλεπε για πρώτη φορά. Έκανε αναστροφή για να φύγει και τότε ξαφνικά από το πουθενά, βρέθηκε μπροστά σε μια πόρτα έτσι ξεκρέμαστη. Πίσω της ο διάδρομος συνεχιζόταν κανονικά, μα ωστόσο αυτή πρέπει να ήταν η πόρτα που γύρευε. Επάνω είχε την επιγραφή προϊστάμενος. Πήρε θάρρος, άνοιξε και μπήκε. Μέσα στο δωμάτιο πίσω από το γραφείο καθόταν μια παράξενη φιγούρα. Δεν ήταν άντρα, δεν ήταν γυναίκα, ήταν προϊστάμενος. Επιθεώρησε τα χαρτιά της, τους φακέλους, όλα τα δικαιολογητικά και τις σφραγίδες. Στο τέλος είπε:
-Πάρτε αυτό το κλειδί και πηγαίντε επάνω. Είναι ο τελευταίος όροφος. Εκεί υπάρχει μία και μοναδική πόρτα. Μόλις την ανοίξετε θα βρείτε την ευτυχία.
-Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
-Και κάτι τελευταίο…
Η κυρία Α γύρισε και του χαμογέλασε. «Είμαστε εντάξει» είπε ο προϊστάμενος,
«μπορείτε να πηγαίνετε».
Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Είδε την πόρτα και πήγε σε αυτήν σαν να πήγαινε σε αγαπημένο. Έβαλε το κλειδί και την άνοιξε. Δεν ξέρουμε ακριβώς τί αντίκρισε η κ. Α. Ήταν ένα κενό. Μια μαύρη τρύπα, ένα λευκό δωμάτιο; Κανείς δεν ξέρει. Ήταν πάντως ένα κενό. «Με το δεξί» σκέφτηκε «ναι, με το δεξί» και έκανε το βήμα. Το όνομά της ήχησε σε όλο το κτίριο, καθώς εκείνη βυθιζόταν στην «ευτυχία».






