ΓΡΑΦΕΙΝ

Η σχολική ποδιά

Την ονειρευόμουν όλο το καλοκαίρι. Μου την είχε υποσχεθεί. Πληρώθηκε τα μεροκάματα απ’ τα χωράφια, υπολόγισε έσοδα και έξοδα με μολύβι και χαρτί, έκανε τα κουμάντα της και τελικά μου την αγόρασε.

«Τον νου σου, κακομοίρα μου! Μ’ αυτήν θα βγάλεις όλο το Γυμνάσιο», μου δήλωσε η μάνα με τόνο αυστηρό και πρόσωπο πέτρινο από έγνοιες κι ατσαλάκωτο από χαμόγελα. Η αλήθεια είναι πως για τον οικονομικό προϋπολογισμό της οικογένειας η ποδιά μου στοίχιζε τότε μία μικρή περιουσία.

Έπλεξα μεταξύ τους σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών και τα ακούμπησα στο στήθος να εμποδίσω την καρδιά μου να εκσφενδονισθεί από τρελή χαρά. Επιτέλους, αυτή η σχολική χρονιά δε θα ξεκινούσε με τα αποφόρια της κόρης της γειτόνισσας, αλλά με μία ολοκαίνουργια, πανέμορφη, πανάκριβη, μοδάτη ποδιά «Τσεκλένης», δική μου, καταδική μου!

Τη θυμάμαι σαν και τώρα. Ένα μικρό άσπρο γιακαδάκι στη βάση του λαιμού, εφαρμοστή μέχρι τη μέση, μ’ ένα περίτεχνα σχεδιασμένο ζικζακωτό φερμουάρ που αγκάλιαζε το στήθος και την κοιλιά και φούστα εβαζέ μέχρι τη μέση της γάμπας.

Αγνόησα τα δολοφονικά βλέμματα του Γιάννη και της Σοφίας (αυτοί θα βολεύονταν με τις περσινές τους ποδιές) και τη μουρμούρα της μάνας και έκανα πασαρέλα στο σαλόνι για χάρη του πατέρα. Καθισμένος στον καναπέ με παρατηρούσε με μάτια που γυάλιζαν από καμάρι να περπατώ πάνω κάτω με τα χέρια στη μέση και να στροβιλίζομαι σαν μπαλαρίνα για να φουσκώσει η φούστα της ποδιάς και να αναδειχτεί η φινέτσα της ραφής.

Στον αγιασμό έφτασα πετώντας. Δεν πατούσα στη γη. Είχα ψηλώσει δύο μέτρα και βάδιζα στον αέρα με χάρη, σαν νεράιδα, σαν αερικό που προσγειώθηκε στην αυλή του σχολείου. Και μέσα στην ομοιομορφία που επέβαλε η υποχρεωτική μπλε σχολική ποδιά, εγώ αισθανόμουν κάποια, αισθανόμουν σπουδαία. Μ’ αυτήν την ποδιά δε διέφερα καθόλου από τα παιδιά που τα είχαν όλα, που δε στερούνταν τίποτα.

Κι αν μία φορά ήμουν καλή μαθήτρια, με την καινούργια ποδιά θα  γινόμουν άριστη. Η αυτοπεποίθησή μου χτύπησε κόκκινο, μετακινήθηκα στα πρώτα θρανία και σταματημό δεν είχα. Μονίμως υψωμένο το χέρι, να σηκωθώ στον πίνακα, να πω μάθημα, να επιδείξω για πολλοστή φορά τη μοντέρνα μου ποδιά. Αν ζούσα στην ιδανική πολιτεία που οραματίστηκε ο Πλάτωνας, η ποδιά μου θα ήταν σίγουρα το εισιτήριο για να μεταπηδήσω από το χάλκινο γένος, τους χειρώνακτες, στο χρυσό γένος της ανώτερης πνευματικής τάξης. Πόσο πολύ θα χαίρονταν η μάνα και ο πατέρας, που μας έψελναν από το πρωί μέχρι το βράδυ με το ίδιο τροπάρι, «Μάθετε γράμματα να δείτε προκοπή», με την πιθανότητα μιας τέτοιας κοινωνικής ανέλιξης.

Ώσπου, ένα πρωινό μετά την προσευχή, μάς ανακοίνωσε ο γυμνασιάρχης: «Προαιρετική από δω και στο εξής η σχολική ποδιά, όχι υποχρεωτική…». Πάγωσα. Ένας βόμβος που συνεχώς δυνάμωνε σφυροκοπούσε τα μηνίγγια μου και απειλούσε να συνθλίψει το κεφάλι μου σε χίλια κομμάτια. Λες κι ένα σμάρι μελισσών είχε εισχωρήσει από τους ακουστικούς πόρους και είχε θρονιαστεί στον εγκέφαλο που αιμορραγούσε στο άκουσμα της είδησης. Οι συμμαθητές μου ζητωκραύγαζαν δίπλα μου.

«Θα φοράμε ό,τι θέλουμε! Θα φοράμε ό,τι θέλουμε!» με ταρακουνούσε η κολλητή μου ενθουσιασμένη και απορημένη με τη δική μου βουβαμάρα.

Τι θα φοράμε; Εγώ  δεν είχα τίποτα της προκοπής, παρά μόνο ένα καλό μπλου τζιν, μάρκα Levi’s. Αυτό ήταν κάθε χρόνο το Πασχαλινό μου δώρο. Έλιωνε πάνω μου σαν τον καλό Χριστιανό μέχρι την έλευση του επόμενου Πάσχα.

Φαρμακώθηκε η μάνα με το νέο. «Πεταμένα λεφτά. Αν το ήξερα… θα βουλώναμε άλλες τρύπες. Εσύ, πάντως, θα τη φοράς στο σχολείο», με πρόσταξε υπολογίζοντας σε μία μερική τουλάχιστον απόσβεση χρημάτων.

Μία βδομάδα άντεξα με την ποδιά στο σχολείο. Κανείς άλλος δεν φορούσε. Σαν τη μύγα ήμουν μες  στο γάλα. Τώρα, η λατρεμένη μου ποδιά με ντρόπιαζε. Ξέσπασα πάνω της. Κουβάρι την έκανα και την καταχώνιασα στην ντουλάπα.

Μεσοβδόμαδα το Levi’s λεκιάστηκε από τις μεσημεριανές φακές. Πανικοβλήθηκα. Τι θα φορούσα την επόμενη μέρα στο σχολείο; Η γιαγιά έτριψε καλά τους λεκέδες με πράσινο σαπούνι. «Μην στεναχωριέσαι. Μέχρι το πρωί θα έχει στεγνώσει», με καθησύχασε και τάισε την ξυλόσομπα με δρένια. Το άπλωσε μέσα στην κουζίνα σε μία καρέκλα απέναντι από τη σόμπα. Και καθώς η ζέστη από τα ξύλα πάλευε να εξατμίσει την υγρασία από το παντελόνι, τρύπωσε και απλώθηκε όλη μέσα στα δικά μου μάτια.

Προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα και να μην κλάψω μπροστά στην γιαγιά που έμενε εκείνον τον καιρό μαζί μας. Κρύφτηκα στο δωμάτιο. Την έβγαλα από την ντουλάπα και εκεί, στην άκρη του κρεβατιού, αφέθηκα σ’ ένα κλάμα βουβό και έχυσα πάνω της ένα κουβά δάκρυα. Μόλις το ύφασμα της ποδιάς μούσκεψε για τα καλά, σα να ζωντάνεψε. Την ένιωσα να αναδεύεται στην αγκαλιά μου και θα ορκιζόμουν πως τα άδεια μανίκια σηκώθηκαν και τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου με τρυφερότητα.

Σκούπισα τα μάτια μου με την ανάστροφη του χεριού μου συνειδητοποιώντας πόσο εγωίστρια ήμουν. Με απασχολούσε μόνο η δική μου εμφάνιση στο σχολείο και δε νοιάστηκα ποτέ για το βάσανο της ποδιάς μου, για το μαρτύριο που υπέμενε αγόγγυστα, με αξιοπρέπεια, δίχως να βγάζει άχνα. Γιατί, ενώ φτιάχτηκε για να φορεθεί και να σουλατσάρει σε σχολικές αίθουσες και αυλές, μαράζωνε σιωπηλή, μόνη και έρημη μέσα στα σκοτάδια της ντουλάπας, μέχρι η μάνα να την κόψει σε πετσετάκια και ξεσκονόπανα.

Τύψεις με κατέκλυσαν και βιάστηκα να εξιλεωθώ. «Θα σε πλύνω, θα σε σιδερώσω και θα σε φοράω. Θα σε φοράω μετά το σχολείο», την καλόπιασα ψιθυριστά και της χαμογέλασα.

Αχάραγα μπροστά στην ανοιχτή ντουλάπα αναρωτιέμαι τι να φορέσω σήμερα, την πρώτη μέρα στο σχολείο. Θέλω κάτι όμορφο, να κάνω καλή εντύπωση στους καινούργιους μου μαθητές. Κι ενώ δυσκολεύομαι να αποφασίσω, μου φάνηκε πως κάποια στιγμή η ματιά μου γλίστρησε πάνω στις κρεμάστρες αναζητώντας εκείνη την μπλε, την παραπονεμένη, την ελάχιστα φορεμένη σχολική μου ποδιά.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 27

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού κι εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παραμύθι της περιλαμβάνεται στο συλλογικό βιβλίο «Ηλιαχτιδοπαραμυθάκια» που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα. Ποίημά της διακρίθηκε στον 36ο Πανελλήνιο Ποιητικό Αγώνα Δελφών 2021. Είναι υπεύθυνη της έκδοσης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΓΡΑΦΕΙΝ.