ΓΡΑΦΕΙΝ

Η πρώτη εγγόνα

Εκείνο το καλοκαίρι η μάνα με ξέχασε στο χωριό. Δεν ήρθε να με πάρει. Σκασίλα μου μεγάλη. Εγώ περνούσα υπέροχα στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά. Κυρίως με τον παππού είχαμε πάθει λατρεία, έρωτα κεραυνοβόλο. Μία αγκαλίτσα να του ‘κανα, ένα φιλάκι να του ‘σκαγα, με νάζι να ανοιγόκλεινα τα ματάκια και κείνος έλιωνε σαν παγωτό χωνάκι. Δε μου χαλούσε χατίρι. Η γιαγιά μού έριχνε και κανένα φούσκο καθότι ζιζάνιο. Ο παππούς ποτέ.

Μαζί αλωνίζαμε τον τόπο όλο. Στην αυλή, στον αχυρώνα, στους μπαξέδες, στα χωράφια. Πάνω στο ποδήλατο, πάνω στο τρακτέρ… Παντού με τον παππού. Παιχνίδια με τον Τζακ  τον σκύλο, κυνηγητό με τις κότες, χάδια με την Μπιρμπίλω τη γελάδα και την Κανέλω την κατσίκα κάτω απ’ το αετίσιο μάτι του παππού. Αυτοκόλλητοι ένα πράμα. Για πρέφα ο παππούς στο καφενείο; Από δίπλα κι εγώ, το λιλιπούτειο γούρι του, με τη βανίλια υποβρύχιο στο χέρι. Πανηγύρι στην πλατεία του χωριού; Μαζί με τον παππού στις κούνιες και μετά καραμελωμένο μήλο στο ξυλάκι, μαλλί της γριάς, καλαμάκι με μία φέτα φρυγανισμένο ψωμί, παιχνίδια (κατά προτίμηση κουζινικά και κούκλες) από τους πάγκους των μικροπωλητών… Ζωή χαρισάμενη!

Ώσπου ένα μεσημέρι ντριν, ντριν το τηλέφωνο στο παντοπωλείο της γωνίας. Δεν υπήρχε τότε τηλεφωνική συσκευή στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Φτερά στα πόδια έβγαλε το μπακαλόπαιδο να φέρει το μαντάτο:

«Μπάρμπα Χρήστο, Μπάρμπα Χρήστο! Γέννησε η κόρη σ’. Αγόρι! Να σου ζήσ’ ο εγγονός!»

Γελούσαν μέχρι και τα μουστάκια του παππού. Και να τα συχαρίκια, να τα κεράσματα. Όλο το χωριό πέρασε από την αυλή του παππού και της γιαγιάς κείνο το απόγευμα.

«Η μαμά γέννησε τον αδερφούλη σου! Τώρα εσύ είσαι η μεγάλη αδερφή!», μου ανακοίνωσε ο παππούς το νέο με καμάρι.

Τι έκανε, λέει; Γέννησε η μαμά; Γιατί; Οι κοτούλες γεννούν αβγουλάκια, οι γάτες γατάκια, οι αγελάδες μοσχαράκια, οι κατσίκες κατσικάκια, τα σκυλιά σκυλάκια και οι μανούλες μωράκια. Εντάξει. Μέχρι εκεί έφταναν οι γνώσεις μου. Αλλά οι μανούλες που ήδη έχουν γεννήσει ένα μωράκι, για ποιο λόγο πρέπει να γεννήσουν τόσο σύντομα δεύτερο; Αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Εγώ δεν ήμουν το μωρό της μαμάς; Γιατί ήθελε κι άλλο; Ήμουν μόλις είκοσι μηνών. Ούτε καν δύο χρονών. Κι όμως! Κοιμήθηκα μωρό και ξύπνησα με το «έτσι θέλω» μεγάλη. Η μεγάλη αδερφή.

Την άλλη μέρα θα πηγαίναμε με τον παππού να δούμε τη μαμά και το μωρό. Η γιαγιά έβρασε νερό και έβγαλε τη σκάφη κάτω από την κληματαριά να με μπανιαρίσει. Μία ώρα έτριβε και έξυνε να φύγει η λέρα από πάνω μου. Ξυπολταρία και αλητεία στο χωριό ισοδυναμεί τουλάχιστον με τρία στρώματα μαυρίλα. Μέχρι κι ο παππούς καθαρίστηκε. Έκοψε τα νύχια των ποδιών και με την αλαφρόπετρα πάλευε να ασπρίσει τις φτέρνες. Πολλές επισημότητες. Σκούρα τα πράγματα.

Το πρωί επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο κουκλιά. Εγώ καλοχτενισμένη με κορδέλα στα μαλλιά, τουρκουάζ φορεματάκι και λουστρίνι πεδιλάκι που μου είχε αγοράσει ο παππούς στην εμποροπανήγυρη της Αγίας Κυριακής. Κι εκείνος φορούσε τα καλά του, γαλάζιο πουκάμισο (σαν ομάδα ήμασταν) και μακρύ παντελόνι. Σε όλη τη διαδρομή μού εξηγούσε τι σημαίνει να είσαι μεγάλη αδερφή:

«Να αγαπάς τον αδερφό σου… Να τον προσέχεις… Να τον φροντίζεις… Να βοηθάς τη μαμά.. Να είσαι καλό κορίτσι… και μπλα, μπλα, μπλα…»Δεν μου άρεσε καθόλου το καθηκοντολόγιο της μεγάλης αδερφής. Δεν το έβρισκα διασκεδαστικό.

Αποβιβαστήκαμε και σκαλώσαμε σε κάτι μαγαζάκια για τα καλούδια που ζήτησε η γιαγιά. Επόμενη στάση στο καλύτερο ζαχαροπλαστείο της πόλης και στο ανθοπωλείο δίπλα στην κλινική. Φορτωμένοι με μία τεράστια ανθοδέσμη και μία κούτα γλυκά μπήκαμε στο δωμάτιο. Η εικόνα που αντίκρισα μαχαιριά στη δίχρονη καρδιά μου.

Αυτός ήταν λοιπόν ο αδερφός μου; Ομορφούτσικος ήταν ο άτιμος. Ολοστρόγγυλο μελαχρινό κεφαλάκι, άσπρο ζυμαρένιο δέρμα, φουσκομάγουλος με χείλη μπουμπουκωτά ρουφούσε λαίμαργα το γάλα του στην αγκαλιά της μαμάς. Εκείνη απαστράπτουσα, έλαμπε, ακτινοβολούσε χαρά. Με το ένα χέρι κράτησε το μωρό και άνοιξε το άλλο να χωρέσω κι εγώ στην αγκαλιά της. Τα πόδια μου είχαν βγάλει ρίζες. Πώς να κουνηθώ; Ένα κύμα ζήλειας άφρισε μέσα μου, φούσκωσε και εκτοξεύτηκε από τους δακρυγόνους αδένες σε ένα κλάμα γοερό. Δάκρυα, μύξες, σάλια, όλα μαζί ένα χαρμάνι.

Έσφιξα το χέρι του παππού, σήκωσα το κεφάλι και αναζήτησα το πρόσωπό του.

«Η μαμά έχει άλλο μωρό τώρα. Πάμε εμείς στο χωριό;», τον ρώτησα καρφώνοντάς τον με βλέμμα πληγωμένου ζώου. Αναρίγησε εκείνος. Με σήκωσε αγκαλιά και εμβρόντητη η μάνα τον άκουσε να αναρωτιέται: «Μήπως έπρεπε να τρανέψει πρώτα το κορίτσι…».

Μεταβολή! Εμπρός μαρς! Πίσω στο ΚΤΕΛ. Με το ίδιο λεωφορείο γυρίσαμε στο χωριό. Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο σπάραξα μέσα στην αγκαλιά του παππού. Δεύτερος γύρος κλαυθμών και οδυρμών. Λυγμοί και αναφιλητά αναστάτωσαν τους συνεπιβάτες.

«Μα τι έπαθε το κορτσούδ΄;», απόρησε μία συγχωριανή που ταξίδευε μαζί μας.

«Γέννησε η μάνα τς», την πληροφόρησε ο παππούς που μάταια προσπαθούσε να με παρηγορήσει.

Μόλις αφήσαμε πίσω μας για τα καλά τα σπίτια της πόλης και από τη δημοσιά στρίψαμε στον χωματόδρομο που οδηγούσε στο χωριό μέσα από τα χωράφια με τις ροδακινιές γαλήνεψα. Τα αρώματα και τα χρώματα του κάμπου, η πύρινη ζέστη του μεσημεριού που εφορμούσε από τα ανοικτά παράθυρα του πούλμαν μαζί με την υγρασία που κολλούσε σαν προστατευτική αντηλιακή κρέμα στο σώμα με ηρέμησαν. Μαχαίρι ο κοπετός. Κυρία κατέβηκα στο χωριό. Άλλο παιδί.

«Καλά πότε πήγατε, πότε ήρθατε;», μας κοιτούσε αποσβολωμένη η γιαγιά που εκτός από τα λουκούμια και τον καφέ που παρήγγειλε της φέραμε και τα λουλούδια και τα γλυκά που αγοράσαμε για τη μάνα και το μωρό. Πάνω στη φούρια του φευγιού ξεχάσαμε να τα αφήσουμε στην κλινική, τα πήραμε μαζί μας.

Βάλσαμο η επιστροφή στην καθημερινότητα, η γλυκιά ρουτίνα παρέα με τον παππού. Βέβαια, κάπου κάπου μου μιλούσε για το μωρό και τον ρόλο της μεγάλης αδερφής, αλλά εγώ πέρα βρέχει.

Όταν γύρισε η μάνα με το μωρό στο σπίτι από την κλινική δεν έκανα τίποτα απ’ όσα ο παππούς ορμήνεψε για τη μεγάλη αδερφή. Μια δαγκωνιά μόνο του έριξα στον δείκτη του δεξιού χεριού. Δεν μπόρεσα να τον κόψω. Αν είχα τα κοφτερά δόντια του Τζακ που ρήμαζε  τις κοκάλες, ίσως. Δεν ήθελα να του κάνω κακό. Ένα μικρό ακρωτηριασμό ήθελα μόνο να του καταφέρω, να τον κάνω από δεκαδάχτυλο εννιαδάχτυλο, να πάψει να είναι τέλειος, να μην τον αγαπήσει ο παππούς περισσότερο από μένα. Γιατί από εκεί τελικά πήγαζε η λύσσα της ζήλειας μου, η έγνοια και το μαράζι μου, από την πιθανότητα να αγαπήσει ο παππούς κάποιο εγγόνι περισσότερο από μένα, την πρώτη του εγγόνα. Την αγάπη της μάνας και του πατέρα θα μπορούσα να τη μοιραστώ με άλλα αδέρφια, του παππού με άλλα εγγόνια, ποτέ. Με νύχια και με δόντια θα  διεκδικούσα αποκλειστικότητα.

Το μωρό πλάνταξε στο κλάμα. Πλάνταξε κι η μάνα από τη στεναχώρια της. Αποφάσισε να με εξορίσει στο χωριό, τουλάχιστον μέχρι να σαραντίσει. Μελίκη-, Βέροια σε 15 λεπτά το έκανε ο παππούς με το αγροτικό του κουμπάρου.

«Παππούκα μου!», τον σφιχταγκάλιασα από τον λαιμό σαν πιθηκάκι.

Μέχρι που ζούσε ο παππούς, όλα τα καλοκαίρια τα περνούσα στο χωριό. Έγινα επισήμως μεγάλη αδερφή όχι μόνο για τον αδερφό μου αλλά και για την αδερφή μου που έσκασε μύτη μετά από κάποια χρόνια. Κι ο παππούς στο πέρασμα των χρόνων είδε εγγόνια πολλά. Κανένα όμως δεν κατόρθωσε να με εκθρονίσει. Γιατί εγώ ήμουν η πρώτη, η μία και μοναδική πριγκίπισσα της καρδιάς του!

ΥΓ. Εξαιρετικά αφιερωμένο στον αγαπημένο μου φίλο Χρήστο Πιπίνη που έγινε πρόσφατα παππούς και στην πρώτη του εγγόνα!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 40

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού κι εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παραμύθι της περιλαμβάνεται στο συλλογικό βιβλίο «Ηλιαχτιδοπαραμυθάκια» που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2021 από τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα. Ποίημά της διακρίθηκε στον 36ο Πανελλήνιο Ποιητικό Αγώνα Δελφών 2021. Είναι υπεύθυνη της έκδοσης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ΓΡΑΦΕΙΝ.