ΓΡΑΦΕΙΝ

Ήλιος και αλμύρα

Η θάλασσα ήταν ακόμη γεμάτη με κόσμο, ο Σεπτέμβρης κοντά.

Βούτηξε στα ήρεμα νερά και άρχισε να κολυμπά, λίγες ημέρες έμεναν να τη χαρεί. Άρχισε να ανοίγεται, ως συνήθως, της άρεσε τόσο πολύ να είναι στα βαθιά, αυτή και η θάλασσα, μόνον οι δυο τους.

Απολάμβανε το γαλάζιο νερό, ενώ μικρά ψάρια περνούσαν από δίπλα της, αφέθηκε στις σκέψεις ,ταξίδεψε στις αναμνήσεις.

Ο πατέρας της της έμαθε να κολυμπά, την πήγαινε στα βαθιά, την πετούσε μέσα στη θάλασσα και της έλεγε να κουνά τα πόδια και τα χέρια της, κι όταν στην αρχή δεν τα κατάφερνε πήγαινε κοντά της και την καθοδηγούσε.

Δεν άργησε να κολυμπά καλά, όπως εκείνος και να αγαπά το ίδιο πολύ τη θάλασσα.

Η θάλασσα ήταν η αγάπη του, πάντοτε την άδεια του την περνούσε μαζί της, ψαρεύοντας με τη βάρκα του καθημερινά, ξυπνώντας πριν ακόμη χαράξει, γιατί τα ψάρια τσιμπούσαν πριν ξημερώσει. Ερχόταν φορτωμένος με πολλά ψάρια που μοίραζε σε φίλους και γειτόνους και έψηνε ο ίδιος τα υπόλοιπα στα κάρβουνα. Ήταν τα νοστιμότερα ψάρια που είχε φάει στη ζωή της.

Τη μέρα εκείνη πήγε πάλι για ψάρεμα, όταν έπιασε το δυνατό μπουρίνι. Ο αέρας λυσσομανούσε, οι βροντές και οι αστραπές χόρευαν στον ουρανό, δυνατή βροχή πλημμύρισε παντού.

Βράδιασε και εκείνος δε γύρισε. Έβλεπε τη μητέρα της να ανησυχεί, να κλαίει, τον παππού της να προσπαθεί να ξορκίσει το κακό λέγοντας ότι ο γιος του ήξερε καλά τη θάλασσα και δεν ήταν δυνατόν να έχει πάθει κακό.

Η νύκτα ατελείωτη.

Ξημέρωσε επιτέλους και ξεκίνησαν να τον ψάχνουν, όταν τον είδαν να ξεπροβάλλει μπροστά τους.

Είχε αντιληφθεί το μπουρίνι πριν εκδηλωθεί, βγήκε στην πιο κοντινή αμμουδιά και κοιμήθηκε εκεί το βράδυ.

Πόσο δίκιο είχε ο παππούς της!

Την ήξερε καλά τη θάλασσα, πόσες φορές, όταν κολυμπούσαν μαζί, της έλεγε διάφορα για αυτήν. Ήξερε πότε είναι χαρούμενη, ποτέ ήρεμη, ποτέ θυμωμένη, και αναλόγως αντιδρούσε.

Μέχρι τα βαθιά του γεράματα ψάρευε, κολυμπούσε, ήταν στην αγκαλιά της. Το σώμα του μαρτυρούσε τη στενή τους σχέση γεμίζοντας την πλάτη του πανάδες σκουρόχρωμες, μεγάλες, σημάδια του ήλιου και της αλμύρας.

Είχε πλέον κουραστεί, ξανοίχτηκε πολύ, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Η παρέα που καθόταν στην παραλία έβλεπε εδώ και αρκετή ώρα κάτι που δεν μπορούσαν να διακρίνουν στο βάθος της θάλασσας.

Τι είναι αυτό που μοιάζει να κινείται τόσο βαθιά, αναρωτιόντουσαν.

Είναι άνθρωπος, είναι σημαδούρα, μα δεν μπορεί να είναι άνθρωπος τόσο βαθιά κι όμως κινείται, έρχεται προς τη στεριά.

Τα μάτια τους παρακολουθούσαν με αγωνία, άνθρωπος είναι  είπε κάποια από την παρέα, και μάλιστα γυναίκα.

Πώς πηγαίνει τόσο βαθιά, συμπλήρωσε μια άλλη, δεν σκέφτεται τους δικούς της ανθρώπους, την αγωνία τους που τη βλέπουν να πηγαίνει τόσο βαθιά;

Ίσως είναι αθλήτρια, συμπλήρωσε κάποια άλλη.

Η γυναίκα ξεπρόβαλλε από τη θάλασσα, βγήκε στην αμμουδιά.

Την κοίταξαν με δέος.

Το σώμα της σφριγηλό, νεανικό, μα το πρόσωπό της μαρτυρούσε την μεγάλη ηλικία της, ο ήλιος και η αλμύρα, ο χρόνος είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους.

Οι πανάδες στόλιζαν την πλάτη της, πολύτιμο τατουάζ μιας μεγάλης αγάπης.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.4 / 5. Σύνολο ψήφων: 21

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Βέτα Χρυσοπούλου

Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμαριά. Aπό μικρή της άρεσε να ξεδιπλώνει τις σκέψεις της στο χαρτί. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Θάλασσα" (Εκδόσεις Μολύβι). Ακολουθεί και η δεύτερη ποιητική συλλογή "Συναισθήματα". Γράφει μικροδιηγηματα και παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής.