Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα χείλη της έτρεμαν απ’ την προσπάθεια να μην κλάψει. Έλεγε μέσα της πως δεν ήταν κακός. Απλά είχε θυμώσει, είχε δίκιο να θυμώσει. Ήταν κουρασμένος κι εκείνη ήταν εγωίστρια, μα πώς του ζήτησε να βγουν έξω χωρίς να σκεφτεί λίγο κι εκείνον; Ναι, είχε δίκιο. Δεν ήταν πως δεν την αγαπούσε, δε μιλούσε έτσι εκείνος, αυτή έφταιγε. Τον δικαιολογούσε κι ας ήξερε μέσα της πως κάτι δεν σκεφτόταν σωστά μετά από τόσους μήνες.
Το πρόσωπό της αγνώριστο, τα γαλάζια της μάτια θολά, με τα μάγουλα χλομά και ρουφηγμένα από το βάρος που είχε χάσει να ολοκληρώνουν τα απομεινάρια ενός εαυτού που κάποτε υπήρχε. Σήκωσε τα χέρια να στρώσει τα μαλλιά της, δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε χτενιστεί. Δεν την ενδιέφερε πλέον να το κάνει, δεν την ένοιαζε να νιώθει όμορφη. Δεν ένιωθε όμορφη.
Ο κόμπος στο λαιμό μεγάλωσε, την έπνιγε, το άγχος την χτυπούσε στα σωθικά, έκανε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα προκαλώντας της τάση για εμετό. Έσφιξε το νιπτήρα, εκείνη που την κοιτούσε απ’ τον καθρέφτη της ήταν ξένη. Της χαμογελούσε με περιφρόνηση, σα να ήταν όντως χαζή, ηλίθια, άχρηστη και παρτάκιας. Κάθε λέξη και μια ρυτίδα στα μάτια και το μέτωπο, κάθε βλέμμα του κι ένας άτακτος, άρρωστος χτύπος της καρδιάς.
Είχε καιρό να μιλήσει στις φίλες της, όσες φορές το έκανε επέμεναν να τον αφήσει, την κοιτούσαν σα να μην την γνώριζαν, σα να μην πίστευαν πως μιλούσαν μαζί της. Μα δεν της έδιναν λύση στο πρόβλημα. Τους έλεγε πως δεν έφταιγε εκείνος, πως ήταν υπερπροστατευτική, πως την αγαπούσε μα δεν την άκουγαν. Σταμάτησε να σηκώνει τα τηλέφωνα, στη μάνα της μιλούσε για λίγο στο κινητό κι αυτό ήταν όλο.
Έκλεισε τα αφτιά της, ήταν στη δουλειά κι όμως η μορφή του την βασάνιζε μέσα από τους τοίχους του έρημου σπιτιού. Άλλοτε σκεφτόταν εκείνο το πρόσωπο και χαμογελούσε, τώρα ο κόμπος της σιωπής της ανέβαινε στο λαιμό κόβοντας της την ανάσα. Στο σαλόνι οι φωτογραφίες έμοιαζαν με παγωμένες στιγμές κάποιας άλλης. Ένα χαμόγελο όμορφο και τεράστιο, δυο γαλάζια λαμπερά μάτια που κοιτούσαν τον άνθρωπο που τους είχε πλέον σβήσει τη λάμψη.
Το κεφάλι της είχε μουδιάσει δημιουργώντας ένα άσχημο βουητό και πολλές μαύρες κουκίδες. Εκείνα τα μαύρα στίγματα την έκαναν να πνίξει έναν λυγμό. Άκουσε το κλειδί στην πόρτα, ο φόβος ήρθε μα τον σιώπησε. Άλλωστε αυτό είχε συνηθίσει να κάνει όλον εκείνον τον καιρό. Έφερε στο νου, τη φωνή της μάνας της «τι έχεις παιδί μου, γιατί αδυνάτισες έτσι;»
ΤΙΠΟΤΑ
Η πόρτα άνοιξε και ήρθε στο κεφάλι της η φωνή της Ματίνας «φιλενάδα δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Είσαι ταλαντούχα, έχεις πάψει να ζωγραφίζεις τι σου συμβαίνει;»
ΤΙΠΟΤΑ.
Έστειλε ένα γρήγορο μήνυμα στην Ματίνα με τρεμάμενα χέρια, η απόφαση την τρόμαζε περισσότερο από εκείνον.
Μπήκε στο σπίτι και της χαμογέλασε, όπως τότε στις φωτογραφίες και για λίγο ξέχασε τις βρισιές, την χειραγώγηση και εκείνο το βλέμμα της σαπίλας που την κοιτούσε τους τελευταίους μήνες.
Του χαμογέλασε πίσω, μα πλέον δεν έβλεπε τον άνδρα που θυμόταν.
« Τι μαγείρεψες;»
«Τίποτα.» του απάντησε ήρεμα, με όλα τα τίποτα που απαντούσε από την ντροπή της να ηχούν μέσα στη λέξη.
Το βλέμμα του άλλαξε, το περίμενε, το φοβόταν, της έδειχνε αυτόν που πραγματικά ήταν κι εκείνη δεν μπορούσε να δεχτεί με την ελπίδα πως έκανε λάθος, πως θα γινόταν όπως παλιά.
Ακολούθησαν οι προσβολές μα δεν τις άκουγε, μέσα της είχε ξεκινήσει να φουντώνει ο δικός της θυμός. Τον κοίταξε στα μάτια, τον είδε να πλησιάζει, θα τη χτυπούσε, θα την έριχνε πιο κάτω στον βούρκο.
Έκανε κι εκείνη ένα βήμα πιο μπροστά, πιο θαρραλέα απ’ όσο ένιωθε, ο δισταγμός του, η σιγουριά της. Ακούστηκε το κλειδί της Ματίνας, η κοπέλα τον κοίταξε με αηδία πριν σταθεί στο πλάι της, σα να μην της είχε κλείσει ποτέ τα τηλέφωνα της έσφιξε το χέρι.
Ο φόβος του, η δύναμη της. Τώρα δεν την έβριζε, δεν τολμούσε.
Η σιωπή του η λύτρωση της.
Συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνης της και δεν έπρεπε να του επιτρέψει ποτέ να την κάνει να το πιστέψει αυτό.
Το βλέμμα της ακλόνητο βουτούσε στο δικό του, τώρα θα ήταν η δική της η φωνή αυτή που θα ηχούσε.






